Τhe Story of Seattle and the SuperSonics, Μέρος 2o

Posted on Dec 17 2016 - 10:20am by Aris Tolios
Τhe Story of Seattle and the SuperSonics, Μέρος 2o: Τα ’90s

seattle-supersonics

Το Seattle τον Νοέμβρη, στα ξεκινήματα κάθε σεζόν NBA, έχει τη μεγαλύτερη βροχόπτωση από οποιαδήποτε πόλη άνω των 250.000 κατοίκων στις Η.Π.Α. Ιδιαίτερα δε, σε ολόκληρη την δεκαετία του ’90 έμοιαζε να βρέχει συνέχεια. Ένα από τα μέρη που μοιάζουν ιδανικά για να προφυλαχτεί κάποιος από την βροχή είναι η περίφημη Key Arena στο τεράστιο Seattle Center, με τον εξαιρετικά οικείο κιτρινωπό φωτισμό. Γνωρίζω πως μπορεί να έφταιγε η τότε τηλεοπτική λήψη, που καμία σχέση δεν είχε με την σημερινή, και πως οι τότε πρασινοκίτρινες φανέλες των SuperSonics και το υπερβολικά “σέπια” παρκέ ενίσχυαν αυτό το “feel”. Όμως αυτό το πολύ χαρακτηριστικό εφέ δημιουργούσε μια αίσθηση ημίφωτος, λες και οι μισοί προβολείς είχαν καεί από κάποια τυπική καταιγίδα στο Seattle, κάτω από τις μπασκέτες έπαιζαν οι Nirvana το “Smells Like Teen Spirit”, το γήπεδο βρισκόταν μέσα στο δάσος και απ’ έξω κυκλοφορούσαν Sasquatches. Αν δεν σας θυμίζει κάτι αυτό, δείτε το παρακάτω βίντεο, που, εκτός των άλλων, κοσμούσε για αρκετά χρόνια τα σποτάκια του ΝΒΑ:

Αλλά καθώς έχουν ήδη γίνει πολλές αναφορές σε πράγματα και καταστάσεις, ας τα πάρουμε με τη σειρά. Όπως κάθε καλό κινηματογραφικό σενάριο άλλωστε, πρώτα θα παρουσιάσουμε τους χαρακτήρες, μετά θα βρούμε την κατάλληλη μουσική, και, στο τέλος, θα αφηγηθούμε την Ιστορία.

The Reign of the Reignman

Προσωπικά μιλώντας, ο Kemp ήταν ο ένας από τους τρεις ανθρώπους που με έκαναν να λατρέψω το ΝΒΑ1)Με τους άλλους δύο να είναι οι Charles Barkley και Mitch Richmond, χωρίς να μπορώ να σας εξηγήσω το γιατί.

Τα τελευταία 30 χρόνια έχουν υπάρξει πολλοί dunkers στο NBA. Πάρα πολλοί ιδιαίτερα περίτεχνοι, όπως οι περσινοί φιναλίστ Zach LaVine και Aaron Gordon, πάρα πολλοί ιδιαίτερα αλτικοί, όπως οι Gerald Green, Josh Smith, Nate Robinson και Dwight Howard, ενώ πάρα πολλοί ήταν ιδιαίτερα βιρτουόζοι, όπως οι Michael Jordan, Julius Erving και Jason Richardson. Όμως, λίγοι ήταν αυτοί που ξεχώρισαν για τον τρόπο που “επιτίθονταν” στο καλάθι, σαν να ήθελαν να το καταστρέψουν. Ο Blake Griffin, ο Vince Carter, ο Shaquille O’Neal και ο Dominique Wilkins, είναι οι πλέον χαρακτηριστικοί. Και κανείς, μα κανείς όμως, δεν κάρφωνε όπως ο Shawn Kemp στο πρώτο μισό της δεκαετίας του ’90. Ο Kemp κάρφωνε σαν να μισούσε το στεφάνι. Ή τουλάχιστον σε έπειθε πως το μισούσε. Και πως το μισούσε πραγματικά. Δεν ήταν πως λάτρευε να κάνει poster τους αντιπάλους του, αν και υπάρχουν δύο πολύ χαρακτηριστικά posterizing dunks απέναντι στους Warriors, με εξίσου cool στιγμιότυπα αμέσως μετά.

To πρώτο.

Και το δεύτερο.

Το ζήτημα του “Reignman” ήταν άλλο. Το κάρφωμα του το άκουγε και, κυρίως, το ένιωθε και ο τηλεθεατής. Ένας κτηνώδης και συνάμα νευρώδης συνδυασμός δύναμης, εκρηκτικότητας και ταχύτητας στην εκτέλεση. Σε μια εποχή που σπάνια βλέπει κάποιος πραγματική φυσική επαφή με το στεφάνι στο κάρφωμα (πράγμα που εξηγείται πολύ εύκολα αν σκεφτεί κανείς τόσο την πιθανότητα τραυματισμού στο χέρι, όσο και το μη αναγκαίο μιας ακόμα ποζεριάς), ο Kemp άρπαζε το στεφάνι στο κάρφωμα, σαν να ήθελε να το ξηλώσει, να του μείνει στο χέρι. Man vs Backboard. Αυτό ήταν ο “Reignman”.

Και έπειτα, ήταν κι αυτό το über-cool nickname: Reignman, δηλαδή “κυρίαρχος”. Που παρερμηνευόταν συχνά επίτηδες ως υπονοούμενο για τον καιρό στο Seattle ως “Rainman”, άρα “βροχοποιός” ή “άνθρωπος της βροχής”.

"Reignman" ή "Rainman"; "Hard Reign" ή "Hard Rain";

“Reignman” ή “Rainman”; “Hard Reign” ή “Hard Rain”;

Και τέλος, ήταν κι αυτά τα παπούτσια, με τις “καταιγιστικές” ρίγες τους. Kamikaze II, κυρίες και κύριοι! Από τα καλύτερα sneakers των ’90s!

Reebok Kamikaze II

Τέλος πάντων, ο Kemp ήταν κάτι που κανείς δεν περίμενε στο NBA.

Παρότι είχε θεωρηθεί ένα από top-5 prospects φεύγοντας από το Concord High School της Indiana, που το είχε οδηγήσει στους τελικούς της Πολιτείας. Παρότι, επίσης, ήταν μέλος της McDonald’s High School All-American Team το 1988, μαζί με τους Alonzo Mourning, Billy Owens, Todd Day, Lee Mayberry, Chris Mills, Anthony Peeler και Stanley Roberts, και παρότι είχε υπογράψει το letter-of-intent για να γραφτεί στο Kentucky, ο Kemp δεν έπαιξε ούτε ένα δευτερόλεπτο κολεγιακό μπάσκετ. Ο λόγος; Έχοντας τρομερή διάσπαση προσοχής (στην καλύτερη περίπτωση) ή όντας οριακά αναλφάβητος (στη χειρότερη), δεν κατάφερε τρεις φορές να πιάσει ούτε το “κατώφλι” του 700 στις εξετάσεις SAT, με αποτέλεσμα να χάσει την freshman χρονιά του στο Kentucky. Προφανώς στο μυαλό του Kemp δεν υπήρχαν πολλά να κάνει σε κολέγιο από το να παίζει μπάσκετ, οπότε δεν άργησε και η ώρα για να φύγει από το Kentucky, εν μέσω κατηγοριών, μάλιστα, ότι είχε πουλήσει δύο χρυσές αλυσίδες του συμπαίκτη του και γιου του προπονητή Eddie Sutton.

Τελικά, ο Kemp γράφτηκε στο Trinity Valley Community College στο Texas. Γενικά, αν δεν έχετε υπόψη τι εστί Community College στην Αμερική και τι ακαδημαϊκό και κοινωνικό υπόβαθρο έχει, αρκούν 110 επεισόδια του λατρεμένου “Community” και δεν θα είστε πολύ μακριά από την πραγματικότητα. Έτσι, μετά από ένα εξάμηνο στο Texas, όπου επίσης δεν έπαιξε μπάσκετ, ο 19χρονος Kemp δήλωσε υποψηφιότητα για το draft του 1989, ένα από τα χειρότερα όλων των εποχών. Εκεί οι Sonics τον επέλεξαν στο No.17, αμέσως αφότου επέλεξαν τον Dana Barros στο #16. Παρενθετικά στο κείμενο να σημειωθεί πως πραγματικά αξίζει να μελετήσει κάποιος την Ιστορία των SuperSonics στο draft για έναν ασφαλή οδικό χάρτη, με πράγματα που πρέπει να αποφύγει: με τις εξαιρέσεις των Shawn Kemp, Gary Payton, Rashard Lewis, Desmond Mason και Kevin Durant, η εικοσαετία επιλογών του Seattle, ειδικά στον πρώτο γύρο, που ακολουθεί μετά την παράδοση του Pippen στους Bulls το 1987 για τα “ψίχουλα” του Olden Polynice είναι για να τραβάει κάποιος τα μαλλιά του. Και για να επιστρέψουμε στο draft του 1989, αυτό που έκαναν εκείνο το βράδυ μόνο με μία λέξη μπορεί να χαρακτηριστεί: κλοπή.

Η πρώτη, λοιπόν, συνεισφορά του Kemp στο ΝΒΑ είναι να αποτελέσει άθελα του τον κόμπο που κρατάει ενωμένο το νήμα 20 χρόνων, μέσα στο οποίο υπήρξε ο μόνος underclassman, χωρίς καθόλου κολεγιακό μπάσκετ, ανάμεσα σε δύο #5 draft picks κατευθείαν από το high school: του Darryl Dawkins το 1975 και του Kevin Garnett το 1995. Κάπου ενδιάμεσα, ο Kemp υπήρξε ένας πρωτότυπος “Ticket”: ιδιαίτερα αθλητικός και εκρηκτικός, ψηλός και μακρύς για τη θέση του, πολύ άγουρος στο post, αλλά με skillset που προδιέθετε για αρκετά μακρινό shooting range.

Ως ο νεαρότερος παίκτης στο NBA εκείνη την στιγμή, και παρότι φανερά ανώριμος, όπως φάνηκε και από τα στατιστικά της πρώτης του σεζόν στο ΝΒΑ, την οποία τελείωσε με 6,5 ppg/4,3 rpg/47,9 fg%, ο Kemp είχε τεράστια διάθεση να μάθει. Μπήκε σχεδόν κατευθείαν υπό την προστασία του Xavier McDaniel, χωρίς ωστόσο αυτή, ή οτιδήποτε στον κόσμο, να τον προετοιμάσει για την πρώτη του συνάντηση με τον Larry Bird. Έχοντας παίξει μόλις έξι παιχνίδια regular season την προηγούμενη χρονιά, και με την μέση του να τον διαλύει σωματικά και ψυχικά, ο “Larry Legend” συνάντησε ένα παιδί από την πατρίδα του, την Indiana, με κεφάτο αγωνιστικό προφίλ, έτοιμο να του κάνει λίγο trash talking, αμέσως μετά από καναδυό εύστοχα σουτ. Μέγα λάθος. Από εκείνο το σημείο, ο Bird ξεκινάει ένα vintage ξεφτίλισμα του rookie, το οποίο καταλήγει με τον Kemp να διηγείται στους συμπαίκτες του σε ένα timeout προς το τέλος του αγώνα ότι ο Larry μετά από άλλο ένα εύστοχο μακρινό σουτ του είπε παραληρώντας “I’m the best damn player from Indiana”!

Γενικά, πάντως, σε εκείνο το σημείο, οι SuperSonics είχαν όλα τα υλικά που θα τους επέτρεπαν να ξαναγίνουν μια σημαντική δύναμη στην Δύση: το χάραμα της δεκαετίας του ’90 τους έβρισκε με ένα δίδυμο superstars της εποχής, τους Dale Ellis και Xavier McDaniel, μια πολύ καλή περιφέρεια γεμάτη ρολίστες, τους Nate McMillan, Sedale Threatt, Dana Barros και Derrick McKey, δύο συμπαθητικούς ψηλούς στα πρόσωπα των Michael Cage και Olden Polynice, και κατά τα άλλα, άπειρο χώρο στην frontline για να καταλάβει ο Kemp. Το σημαντικότερο αυτών: όλο αυτό το συνονθύλευμα επρόκειτο να αλλάξει σε σύνθεση και σε στιλ υπό τις οδηγίες του νέου προπονητή George Karl πολύ σύντομα. Το ακόμα σημαντικότερο: στο draft του 1990, είχαν την δεύτερη επιλογή.

“Point guards like me and Magic Johnson come around once a decade”

Δεν υπάρχει καλύτερος τρόπος να απεικονίσουμε τον Gary Payton παρά μόνο έτσι: την στιγμή που τα χείλη του έχουν χαρακτηριστικά σχηματίσει το “F” από το μεγαλοπρεπέστατο “fuck” προς τον GOAT που θα ακολουθούσε.

Gary Payton MJ Trash Talk

Επιπρόσθετα, δεν υπάρχει καλύτερος τρόπος να περιγραφεί αφηγηματικά ο GP παρά αυτός που παραθέτουμε από την σελίδα 98 του μνημειώδους βιβλίου “Jordan Rules” του Sam Smith, που περιγράφει την σεζόν 1990-91 των Bulls:

“The Bulls had played Seattle three times during the exhibition season, winning two. In the one loss, brash SuperSonics rookie guard Gary Payton had played well, and told USA Today‘s Peter Vecsey that he could defend anyone, including [Michael] Jordan. Later that night the two met by chance at a Seattle nightclub and Payton began to taunt Jordan: “I’ve got my million and I’m buying my Ferraris and Testarossas, too.”

“No problem,” said Jordan. “I get them for free.”

Jordan liked his little comeback, but he wasn’t through. [Later, when the Bulls and Sonics met in the regular season for the first time] Jordan would come out of the locker room and he promised, ‘I’m going to show that little sucker.’ The first time Payton had the ball, Jordan stole it, drove for a lay-up, and was fouled. The next time Payton had the ball, Jordan stole it again and drove all the way down court and slammed for a 6-0 Bulls lead. The third time Payton had the ball, Jordan destroyed his dribble… It would be an easy Bulls win, 116-95, as Jordan had 33 points and 7 steals before the end of the third quarter.”

Αυτός ο απίθανος τύπος συνέθεσε με τον Kemp ένα αταίριαστο δίδυμο χαρακτήρων: την ώρα που ο Kemp “έσβηνε” από το τριγύρω περιβάλλον (η περίφημη “Shawn Time”), ο Payton δεν σταματούσε να μιλάει. Ποτέ. Και μαζί συγκροτούσαν το “Α και το Ω” του “swag” των Sonics στην εποχή της ακμής τους: πολλά καρφώματα, πολλοί αιφνιδιασμοί, πολύ trash talk, τσακωμοί με τους αντιπάλους, αλλά και μεταξύ τους και με τον προπονητή τους. Παρόλα αυτά μαζί συγκροτούσαν και ένα δίδυμο εφάμιλλο των Stockton – Malone μέσα στο παρκέ. Χωρίς, προφανέστατα να έχουν τη διάρκειά τους.

Σε όλη την δεκαετία του ’90, ο “Glove” ήταν ο φόβος και ο τρόμος των περιφερειακών στο NBA. Θρασύς και πολυλογάς, αλλά ταυτόχρονα μακρύς, γρήγορος, με εξαιρετικά passing και playmaking skills, αλλά και αξιόπιστο drive, που ισοσκέλιζε το όχι τόσο αξιόπιστο μακρινό του σουτ. Πόσο καλός ήταν δηλαδή ο Payton;

Σε ένα άρθρο του στο ESPN πριν καμιά δεκαριά χρόνια, ο John Hollinger κατέτασσε τον Payton τρίτο καλύτερο PG της σύγχρονης Ιστορίας του ΝΒΑ, πίσω από Magic και Stockton, ενώ άλλοι συνάδελφοι του τον κατέτασσαν μόλις δέκατο, πίσω από τους παλαιότερους Robertson, Cousy, Frazier, Archibald και τους πιο σύγχρονους Magic, Thomas, Stockton, Kidd, Nash. Κι όμως, υπάρχουν τρεις βασικοί λόγοι που ο Payton αδικείται:

  • Πρώτον, είναι μέχρι σήμερα ο μόνος PG που έχει κερδίσει το βραβείο του “Αμυντικού της Χρονιάς”, μιας και κανείς εκ των προγενέστερων Jordan, Cooper, Robertson, Moncrief δεν λογίζεται ως καθαρός άσος, έναν θεσμό που σχεδόν μονότονα κυριαρχείται κυρίως από ψηλούς. Επίσης, ίσως ήταν και ο μόνος αμυντικός που πράγματι ζόρισε τον Jordan σε Τελικούς.
  • Δεύτερον, ο Payton είχε τρομερή διάρκεια -τουλάχιστον τα δέκα τελευταία του χρόνια στο Seattle ήταν σταθερά μέσα στους τρεις καλύτερους PGs της λίγκας και για κάποια χρόνια ο καλύτερος.
  • Τρίτον, ήταν το πλήρες πακέτο και ειλικρινά δύσκολα μπορούμε να φανταστούμε κάποια εποχή στο παρελθόν ή στο μέλλον που δεν θα μπορούσε να είναι τόσο καλός όσο τότε. Σίγουρα πάντως ήταν καλύτερος σκόρερ από τους Kidd και Stockton, καλύτερος σουτέρ από τους Magic και Isiah και απείρως καλύτερος αμυντικός του Nash – και μάλλον από όλους βασικά, αφού, ξέχωρα από τις επιμέρους κατηγορίες όπως κλεψίματα και DWS, ο Payton ήταν ο απόλυτος “εξολοθρευτής” σε προσωπική άμυνα. Όταν πάντως χρειάστηκε να επιλέξει ο ίδιος, δεν δίστασε μια στιγμή και επέλεξε στον Stockton ως τον δυσκολότερο αντίπαλο που είχε να αντιμετωπίσει. #howdoyoulikethatGOAT?

Από την άλλη, βέβαια, σίγουρα ο Payton αδικούσε και τον εαυτό του, καθώς δεν ήταν και ο πιο εύκολος άνθρωπος και δεν κέρδιζε ακριβώς και τις συμπάθειες: μπλέχτηκε σε έναν γεροντοκαυγά με τον Vernon Maxwell2)Του οποίου η διήγηση του Payton είναι “χρυσός”!, όπου τραυματίστηκαν οι Chuck Person και Horace Grant, σε έναν τσακωμό που οι τέσσερις εμπλεκόμενοι άθροιζαν τότε 42 χρόνια στην λίγκα, αρπάχτηκε με τον βετεράνο Ricky Pierce εν μέσω της σειράς με τους Nuggets το ’94, τσακωνόταν ασταμάτητα με τον coach Paul Westphal και έβριζε συχνά – πυκνά τους Schrempf και Patterson, όταν του κόστιζαν assists!

Τα υπόλοιπα κομμάτια του παζλ

Κεντρικό ρόλο στην άνοδο των Sonics είχε προφανώς ο coach George Karl, ο οποίος ήταν αυτός που έβαλε την ομάδα σε τροχιά πρωταθλητισμού, όταν, με πρωτοβουλία του GM Bob Whitsitt, αντικατέστησε τον K.C. Jones στα μέσα της σεζόν 1991-92. Ο νέος τότε Karl είχε καταφέρει να αφήσει το στίγμα του σε Cavaliers και Warriors, οδηγώντας τους στα playoffs για πρώτη φορά μετά από πολλά χρόνια, όμως απηυδισμένος από τις τακτικές των front offices των ομάδων του NBA, άφησε την λίγκα για τους Albany Patroons του CBA και την Ρεάλ Μαδρίτης -δύο ομάδες στις οποίες περιπλανήθηκε εναλλάξ για την επόμενη τετραετία, μέχρι να επιστρέψει στις ΗΠΑ για να αναλάβει τους SuperSonics.

Αμέσως επέβαλε ένα ανοιχτό και γρήγορο παιχνίδι, ενώ με την βοήθεια του αμυντικού γκουρού Bob Kloppenburg πόνταρε πολύ στην πιεστική άμυνα που δημιουργούσε τις παγίδες – σήμα κατατεθέν της ομάδας επί Karl. Με το που ανέλαβε δε, οι Sonics από το ρεκόρ 20-20, έφτασαν στο 47-35, απέκλεισαν το ανταγωνιστικό τότε Golden State των Mullin, Hardaway, Owens, Marciulionis και Gatling στον πρώτο γύρο των playoffs και, γενικά, μέχρι το καλοκαίρι του ’98 που ο Karl έφυγε, ήταν η πρώτη δύναμη στην Pacific, αφού δεν έπεσαν ποτέ κάτω από τις 55 νίκες.

Σε αυτά τα εξήμισι χρόνια του Karl, βέβαια, πολύς κόσμος έφυγε και ήρθε στο Seattle, πάντα αναζητώντας τα χαμένα κομμάτια για το παραπάνω βήμα. Από την ομάδα που βρήκε ο Kemp, όταν αυτός προσγειώθηκε στο Seattle στο τέλος της δεκαετίας του ’80, μέχρι την στιγμή που έφυγε, το καλοκαίρι του ’97, έφυγαν οι Alton Lister, Brad Sellers, Xavier McDaniel, Dale Ellis, Olden Polynice, Sedale Threatt, Derrick McKey, Michael Cage και ο προπονητής Bernie Bickerstaff, ενώ ήρθαν οι Gary Payton, Vincent Askew, Sam Perkins, Ervin Johnson, Detlef Schrempf, Hersey Hawkins, David Wingate, Eric Snow. Τέλος, ήλθαν και απήλθαν οι Steve Johnson, Avery Johnson, Eddie Johnson, Ricky Pierce, Benoit Benjamin, Dana Barros, Sarunas Marciulionis, Kendall Gill, Bill Cartwright και ο προπονητής K.C. Jones3)Οι παλαίμαχοι των Sonics ισχυρίζονται επανειλημμένα -και σε όλους τους τόνους- πως αυτοί αποτελούσαν την αρχετυπική “Lob City”, πολύ πριν τους Paul-Griffin-Jordan. Μπορεί. Σίγουρα, πάντως, αν θέλουμε να επισημάνουμε πράγματα που μας θυμίζουν σημερινές καταστάσεις, οι “κοσμογονίες” παικτών και τα “ξηλώματα” ολόκληρων ομάδων υπήρχε στο franchise πολύ πριν πάει στην Oklahoma.

Από όλους τους παραπάνω, η καταλυτικότερη -όχι η σημαντικότερη- ίσως προσθήκη, εκείνη που έδωσε το “κάτι” που χρειάζονταν οι Sonics για να γίνουν title contenders, ήταν αυτή του Hersey Hawkins, ενός σταθερού και τρομερά αξιόπιστου μακρινού σουτέρ, που ήταν ο ένας από τους δύο ανθρώπους που ισοσκέλιζε την μειωμένη δυναμική των Payton – Kemp στο set παιχνίδι. Ο άλλος ήταν ο Detlef Schrempf.

The missing piece: Detlef before Dirk

Ανήκω στην κατηγορία των ανθρώπων που αγάπησα ακόμα περισσότερο τον Dirk Nowitzki, επειδή προηγουμένως είχα εκτιμήσει τόσο πολύ τον Detlef Schrempf.

Schrempf Nowitzki

Γεννημένος στο Leverkusen, αλλά “αμερικανοτραφής” από νεαρή ηλικία, ο Schrempf είχε περισσότερη σχέση με το Seattle και την Πολιτεία της Washington παρά με την Γερμανία, παρότι με την “Basketballnationalmannschaft” αγωνίστηκε στα Ευρωμπάσκετ του ’83 και ’85 και στις Ολυμπιάδες του ’84 και του ’92. Όταν μετακόμισε από τη (Δυτική) Γερμανία στις ΗΠΑ, ο Schrempf αγωνίστηκε για έναν χρόνο στην ομάδα του Centralia High School, οδηγώντας τους Tigers στον τίτλο της Washington και στην συνέχεια, στους Washington Huskies στο κολέγιο. Ενδιαφέρουσα, αλλά ασήμαντη, σε σχέση με την ιστορία μας, λεπτομέρεια: στις δύο τελευταίες του χρονιές στο κολέγιο της Washington, ο Schrempf υπήρξε συμπαίκτης με τον συμπατριώτη του και γνωστό μας Christian Welp, πρωταθλητή Ευρώπης με τον Ολυμπιακό το 1997, Πρωταθλητής και MVP στο Ευρωμπάσκετ του 1993, all-time leading scorer των Huskies και #16 του εξαιρετικά πλούσιου draft του ’87.

Μετά από τέσσερα άγονα χρόνια στο Dallas, όπου κινδύνεψε να μείνει στάσιμος αγωνιστικά και στυλιστικά4)Θα εκτιμάμε πάντα το Dallas που έχει πιστέψει διαχρονικά στο σύγχρονο τεσσάρι από την Γερμανία, αλλά τέτοιους πειραματισμούς ούτε στο στρατό δεν κάναμε. και πέντε εξαιρετικά γόνιμα χρόνια στην Indiana, όπου αναδείχθηκε δύο σερί φορές, το 1991 και 1992, “Sixth Man of the Year” και μια φορά All Star, το 1993, επέστρεψε εκεί που ήταν πραγματικά γραφτό του να παίξει επαγγελματικό μπάσκετ: στο Seattle.

Ο Schrempf έφτασε στο Seattle το καλοκαίρι του ’93, αμέσως μετά την ήττα στο έβδομο παιχνίδι των Τελικών της Δύσης από τους Suns του Barkley, έχοντας ήδη τρομερά διαπιστευτήρια: κανονικά ήταν περισσότερο “τεσσάρι” λόγω των εξαιρετικών κινήσεων του στο post, όμως, κυρίως λόγω της ικανότητας του στο μακρινό σουτ, στην πάσα και στο transition παιχνίδι, κατέβηκε θέση για να χωρέσει μαζί με τον Kemp. Με την προσθήκη του Γερμανού, οι SuperSonics γίνονταν κυριολεκτικά πανύψηλοι, με δύο forwards ταυτόχρονα στην πεντάδα ύψους 2,08. Και χάρη στο “πλαστικό”, αλλά συνάμα άψογο και πλήρες παιχνίδι του Schrempf, οι SuperSonics μπορούσαν επιτέλους να ισχυρίζονται πως βασιλεύουν στην Δύση.

Όχι άμεσα βέβαια.

Fell on Black Days
Το Seattle σε ύφος grunge

Το Seattle σε ύφος grunge

Δεν μπορείς να μιλήσεις για το Seattle της δεκαετίας του ’90, χωρίς να μιλήσεις για τον “Seattle sound”, την grunge. Παρότι η γέννηση της χρονολογείται στα μέσα της δεκαετίας του ’80, όλη η άνοδος (και πτώση) της grunge ταυτίζεται χρονολογικά με την (δεύτερη) άνοδο και πτώση των Seattle SuperSonics, αυτή της δεκαετίας του ’90. Το ’89 οι Soundgarden γίνονται η πρώτη grunge μπάντα που υπογράφει σε μεγάλη δισκογραφική, την A&M Records. Τους ακολουθούν οι Nirvana το ’90 υπογράφοντας στην Geffen Records, με την οποία το ’91 εκδίδουν το θρυλικό “Nevermind”. ’89, ’90, ’91… Τί είπαμε ότι γινόταν στο μπάσκετ του Seattle εκείνη την περίοδο;

Φαινομενικά, αυτή την στιγμή μοιάζουμε να επιχειρούμε έναν κραυγαλέα αυθαίρετο παραλληλισμό – ιδιαίτερα αν, για παράδειγμα, λάβουμε υπόψη την δηλωμένη απέχθεια του Kurt Cobain προς τους “sport jocks” και “sports fans” κάθε είδους. Όμως, τόσο η ταυτότητα των SuperSonics, όσο και η ταυτότητα της grunge είχαν πολλά όμοια χαρακτηριστικά, προϊόντα των δυναμικών και του “zeitgeist” της κοινωνίας του Seattle στα τέλη του 20ου αιώνα.

Βλέπετε, δεν είναι εύκολο να ζει κανείς στην πιο ακριτική μεγαλούπολη των ΗΠΑ, η οποία δέχεται με σχετική χρονοκαθυστέρηση όλες τις μουσικές επιρροές (punk, metal, pop) και τις εγκολπώνει σχολαστικά και εξαντλητικά, ακριβώς γιατί είναι τόσο απομονωμένη από όλες τις άλλες πόλεις. Αυτό δημιουργεί μια πολύ ζωντανή μουσική σκηνή, η οποία έχει μελετήσει σε μεγάλο βάθος όλους τους προκατόχους της και έτσι καταφέρνει να δημιουργήσει από την αρχή κάτι καινούργιο, ένα καινούργιο είδος, ένα καινούργιο στιλ έκφρασης σε όλα τα επίπεδα. Με έκρηξη.

Ακόμα κι η αισθητική, η κιτρινίλα, το ημίφως, τα χρώματα που ντύνεται ο Cobain, είναι απολύτως συμβατή με την παραπάνω περιγραφή της ατμόσφαιρας στην Key Arena.

“Θυμός και Οργή”. Λόγια για την κοινωνική αποξένωση και την απάθεια, για τον εγκλωβισμό από τα στερεότυπα και την ελευθερία, για το αίσθημα του “να μην ανήκεις” και “να είσαι παντού άβολα” και του “να είσαι μέλος μιας νέας γενιάς που ετοιμάζεται ήδη “καμμένη” να μεγαλώσει σε μια δυστοπία”. Θόρυβος. Ωμός και παραμορφωμένος επίτηδες, για να πολλαπλασιάζει τον σπαραγμό που ακούγεται από την βορειοδυτική άκρη της χώρας και προκαλεί τις μόδες, τις ζωές, τις υποκουλτούρες των μεγάλων μητροπόλεων των ΗΠΑ, ιδιαίτερα της Νέας Υόρκης του ’70 και του Los Angeles του ’80. Το Seattle δεν θέλει να συνεχίσει η προσοχή στη δεκαετία του ’90 να βρίσκεται ξανά σε κάποια μητρόπολη, όπως το Chicago, θέλει να την τραβήξει όλη η ίδια, αλλά δεν ξέρει πως να το εκφράσει.

Αντι-ήρωες που τσακώνονται μεταξύ τους. Διαλυμένα σπίτια, εξαρτήσεις και απέχθεια για τον εαυτό.

Καλύβες μέσα στο δάσος, τα τελευταία οχυρά απέναντι στον παρηκμασμένο ανθρώπινο πολιτισμό. Σαν αυτές που κρύβεται ο Blake στο “Last Days” του Gus Van Sant μέσα στα δάση.

Gus Van Sant's Last Days

Σαν τα δάση, από τα οποία νομίζεις πως θα εμφανιστεί ο “Bigfoot”, το μυθικό “sasquatch” των Βορειοδυτικών Πολιτειών.

Harry and the Hendersons

Αν αυτό δεν σας λέει τίποτα, τότε είστε πράγματι πολύ νέοι…

Ή ο “Squatch” στη δική μας περίπτωση.

Squatch

Όλα αυτά προφανώς προσιδιάζουν και σε μια συγκεκριμένη και ιδιαίτερη ηλικιακή ομάδα, τη γενιά που γεννήθηκε στη δεκαετία του ’80 και ενηλικιώθηκε λίγο πριν, ή μετά το τέλος, της δεκαετίας του ’90, με ό,τι κοινωνικό και ιδεολογικό περιεχόμενο αυτό συνεπάγεται. Στην εφηβεία της, η grunge και οι SuperSonics ταυτίζονταν με την αμφισβήτηση. Στην ενηλικίωση της, είχαν ήδη και τα δύο παρακμάσει.

Βεβαίως, υπήρξαν και πιο άμεσες ταυτίσεις της μουσικής με την ομάδα, όπως οι Pearl Jam. Προτού δώσουμε τον λόγο σε ένα πραγματικά θαυμάσιο αφηγηματικά άρθρο στο “Deadspin”, ας θυμίσουμε απλώς πως, σε αντίθεση με τους υπόλοιπους, οι Pearl Jam ήταν φανατικοί μπασκετικοί. Και επειδή πιθανόν δεν γνωρίζατε πως η αρχική ονομασία του συγκροτήματος ήταν Mookie Blaylock (!), εξ ου και η ονομασία του πρώτου τους δίσκου “Ten”, από το νούμερο της φανέλας του τότε all-star guard των Hawks, απολαύστε ένα βίντεο από ένα πολύ πρώιμο live των Pearl Jam, όπου συμβαίνει κάτι που, μεταξύ μας, μόνο ο Eddie Vedder θα μπορούσε να κάνει.

Η άνοδος

Αυτό, λοιπόν, ούρλιαζε στο λυκαυγές της δεκαετίας του ’90, η μουσική στο Seattle. Αυτό και το μπασκετ.

Με τον ερχομό του Kemp στο Seattle ξεκινάει μια τέτοια εποχή: η ομάδα φεύγει από τη λογική των σοβαρών βετεράνων, τύπου Ellis, Johnson ή Pierce, και μια κάπως πιο ρομαντική αντίληψη που αυτή η προσέγγιση εμπεριείχε, και αρχίζει και τρέχει με ιλιγγιώδη ταχύτητα και αντισυμβατικότητα προς την επανάσταση της, ακόμα κι αν σήμανε την αυτοκαταστροφή της.

Με τον ερχομό του Karl, οι Sonics βρίσκουν αγωνιστική ταυτότητα. Αφότου σοκάρουν το 1992 τους δυνατούς Warriors, αποφασίζουν να διεκδικήσουν τα σκήπτρα στη Δύση, μια και που στην Ανατολή, μετά την πτώση των Celtics και των Pistons, αδιαφιλονίκητος βασιλιάς είναι το “beast of the East“. Δεν υπάρχουν πλέον Lakers, οι Blazers έχουν αποδειχθεί πυροτέχνημα και η υπόθεση της Δύσης γίνεται για άλλη μια φορά ανοιχτή υπόθεση.

Η σεζόν ’92-’93 βρίσκει τους Sonics με τις προσθήκες του, πάντα ιδιαίτερα ταλαντούχου και πολύπλευρου, αλλά αργού για power forward και μαλθακού για center, Sam Perkins και του γυρολόγου Vincent Askew για τον πάγκο λίγο πριν την trade deadline σε ιδιαίτερα ανταγωνιστική θέση. Είναι πολύ ταλαντούχοι, με βασική πεντάδα τους Payton, Pierce, McKey, Kemp, Perkins, και μάχονται για τα πάντα. Στην postseason βρίσκονται συνεχώς πίσω στις σειρές με 1-2, επανέρχονται επίσης συνεχώς, και τελικά πέφτουν στον έβδομο τελικό της Δύσης από τους Suns, σε ένα παιχνίδι όπου εκτελέστηκαν 100 βολές, και σε μία, έτσι κι αλλιώς επική σειρά, έχοντας πρώτα παίξει το maximum των παιχνιδιών και στους τρεις γύρους.

Ο GM “Trader Bob” Whitsitt δεν κάθισε με σταυρωμένα τα χέρια για την σεζόν 1993-94. Κάνει ακόμα περισσότερο δυναμικούς τους Sonics στα “φτερά”, φέρνοντας τον Kendall Gill από τους Hornets, αντί των Eddie Johnson και Dana Barros, και τον Schrempf, αντί του Derrick McKey, από την Indiana. Το αποτέλεσμα ήταν το 63-19 εκείνης της σεζόν, όπου το Seattle μπήκε στην postseason με το καλύτερο ρεκόρ στην λίγκα και ένα από τα 35 καλύτερα ρεκόρ στην Ιστορία, σε μια σεζόν, μάλιστα, χωρίς Michael Jordan. Στον πρώτο γύρο, οι αδύναμοι Nuggets: νίκες στα δύο πρώτα ματς γρήγορα – γρήγορα και στο Seattle ετοιμάζονται για μεγάλα πράγματα.

Αμ δε! Η διπλή αδυναμία του Kemp να πάρει πάνω του ψυχολογικά την ομάδα ως ηγέτης και αγωνιστικά την πρόκληση να νικήσει τους Nuggets κοντά στο post, όπου και κυριαρχούσε, με 12,2 rpg/6,2 bpg σε πέντε αγώνες, το finger wag του Mutombo, όπως θα έκαναν στις αντίζηλες ομάδες της Δύσης οι Barkley, Malone, Olajuwon και Robinson, ήταν ενδεικτική της -επίσης- ψυχολογικής και αγωνιστικής αδυναμίας των SuperSonics να είναι σκληροί σε σκληρές καταστάσεις. Έτσι, όταν οι Nuggets ισοφάρισαν με πολύ ξύλο τη σειρά στο Denver, το Seattle κατέρρευσε στο τελευταίο παιχνίδι εντός έδρας, το οποίο κατέληξε με τους SuperSonics να γίνονται το πρώτο #1 seed που αποκλείεται από τον πρώτο γύρο των playoffs και τον Mutombo να κλαίει ξαπλωμένος στο παρκέ, κρατώντας την μπάλα.

Αυτό το σοκ ακολούθησε τους Sonics και μετά το καλοκαίρι. Ο Bob Whitsitt παραιτήθηκε (από μόνος του ή από την διοίκηση, άγνωστο). Την ίδια στιγμή, ένα επικείμενο trade που δεν ολοκληρώθηκε ποτέ όσο κι αν το έσπρωχνε ακόμα κι ο τότε outfielder των Birmingham Barons, Michael Jordan, προφανώς για να εκδικηθεί τον Jerry Krause, έστελνε τον Kemp στους Bulls για χάρη της μεγάλης επιστροφής του Pippen, μέχρι να κόψουν το βήχα οι οπαδοί των Sonics, που απειλούσαν να κάψουν την πόλη αν έφευγε ο “Reignman”. Τελικά, κανείς άλλος δεν έφυγε, πρακτικά κανείς δεν ήρθε (με εξαίρεση τους βετεράνους Marciulionis – Cartwright) και με αυτό το ηθικό, οι SuperSonics τερμάτισαν μεν με 57-25, αλλά αποκλείστηκαν από τους Lakers στον πρώτο γύρο των playoffs.

Με έναν χρόνο να απομένει στο συμβόλαιο του, ο Karl αποφάσισε να πάρει πάνω του την υπόθεση της διατήρησης της ομάδας σε τροχιά πρωταθλητισμού και να τα δώσει όλα. Ή, βασικά, να βρει αυτό που πραγματικά του έλειπε. Για δεύτερη φορά χρησιμοποίησε τις καλές του σχέσεις με την Charlotte και έδωσε τον Kendall Gill για χάρη του Hersey Hawkins και του David Wingate.

Το Seattle έγραψε ρεκόρ 64-18, το 25ο καλύτερο ρεκόρ στην Ιστορία της λίγκας, δεύτερο εκείνη τη σεζόν μόνο πίσω από το 72-10 των Bulls, και έφτασε μέχρι τους τελικούς της Δύσης απέναντι στην Utah. Εκεί παραλίγο να χάσει τη σειρά, παρότι προηγήθηκε με 3-15)Πόσο Sonics πραγματικά!, μέχρι ο Karl να αλλάξει την άμυνα του σε απλό man-to-man και ο Kemp να βάλει δύο κρίσιμες βολές στο τέλος του έβδομου τελικού, για να επικρατήσει ο πανικός. Το ξέσπασμα. Το “F-U” που ακούστηκε σε όλο το ΝΒΑ: να στείλει τους Sonics στους Τελικούς του ΝΒΑ με τους Bulls.

Τους Bulls του 72-10, βεβαίως-βεβαίως. Τη θεωρούμενη και ως καλύτερη ομάδα όλων των εποχών(Last year.).

Εκεί δεν κέρδισαν και πολλά, εκτός, δηλαδή, από δύο αγώνες στο Seattle. Τιμή και δόξα, πάντως, στον Gary Payton, που έγινε ο μοναδικός άνθρωπος που κατάφερε να κρατήσει τον Jordan σε λιγότερους από 30 πόντους (27,3 ppg για την ακρίβεια) ανά αγώνα και στο χειρότερο ποσοστό ευστοχίας (41,5%) στους έξι τελικούς που αγωνίστηκε.

Αυτό ήταν και το ζενίθ της φοβερής ομάδας του Seattle στη δεκαετία του ’90. Το καλοκαίρι του ’96, όλες οι αντίπαλοι των SuperSonics έγιναν ισχυρότερες: οι Jazz πήραν τους ρολίστες Howard Eisley και Shandon Anderson, το Houston τον Barkley, ενώ οι Lakers έφεραν τον Shaq από το Orlando και στρατολόγησαν ένα 18χρονο γυμνασιόπαιδο ονόματι Kobe Bryant. Αντιθέτως, οι SuperSonics δεν έφεραν ουσιαστικά τίποτα καινούργιο στην ομάδα, με εξαίρεση τον Drew Barry από τον δεύτερο γύρο του draft και τον free agent Jim McIlvaine.

“The original sin” και η πτώση

Δυστυχώς για αυτούς, ο αποκλεισμός τους στον δεύτερο γύρο των playoffs του ’97 από τους Rockets στα επτά παιχνίδια6)Γενικά, όπως καταλαβαίνετε στην Δύση στην δεκαετία του ’90, ελλείψει μιας μεγάλης δυναστείας, οι οπαδοί χόρταιναν παιχνίδια στην postseason., με τους Olajuwon – Barkley να διαλύουν την frontline των Sonics με 40+ ppg και 25+ rpg αθροιστικά, δεν ήταν το χειρότερο νέο.

Στο πολύ γνωστό ντοκιμαντέρ “Sonicsgate” του 2009, ο βραβευμένος συγγραφέας και μόνιμος κάτοικος της Washington Sherman Alexie αναφέρει με ιδιαίτερη ποιητικότητα.

“You know what the original sin was? The original sin, the place where this all began was the signing of Jim McIlvaine. Jim McIlvaine was the apple in our Garden of Eden.”

Συχνά, ένα μεγάλο συμβόλαιο σε έναν παίκτη αποτελεί casus belli για έναν άλλον παίκτη που νιώθει αδικημένος. Ωστόσο, όσο παιδικό κι αν ακούγεται αυτό, και όσο εσωστρεφής κι αν ήταν ο Kemp, η κίνηση των φιναλίστ του ΝΒΑ να δώσουν πενταετές συμβόλαιο $ 33,6 εκατομμυρίων το καλοκαίρι του ’96 στον McIlvaine, έναν sevenfooter για να προσδώσει μέγεθος στην frontline μεν, με αριθμούς καριέρας 2,7 ppg/3,1 rpg/1,7 bpg σε 14,8 mpg σε επτά χρόνια καριέρας δε7)Πραγματικά, τί είδαν και τους θάμπωσε;, ήταν αδιανόητη. Και εν τέλει, απίστευτα προκλητική για τον Kemp, που την ίδια ώρα που ο ίδιος, ένας All-Star τα τελευταία πέντε χρόνια, λάμβανε μόλις $ 3,6 εκατομμύρια τον χρόνο και οι Sonics δεν είχαν χώρο στο salary cap να του κάνουν καλύτερο συμβόλαιο, λόγω της συμφωνίας με τον McIlvaine! Κάπως έτσι, μέσω μιας τριπλής ανταλλαγής ανάμεσα σε Sonics, Bucks και Cavaliers, η γκρίνια του Kemp έλαβε τέλος, η καριέρα του στους Sonics το ίδιο, και μαζί με αυτές η ακμή του ως παίκτης. Παρότι τις επόμενες τρεις χρονιές στους Cavaliers σκόραρε πιο πολύ από ποτέ, πάχυνε και ήταν αδιάφορος στην άμυνα και κοντά στο καλάθι. Καμία σχέση με τον “Reignman” δηλαδή.

Και έτσι έκλεισε και μια εποχή εκκωφαντική όσο λίγες: η εποχή που ο ήχος από τα καρφώματα του Kemp υπερκάλυπτε τις βροντές που ακούγονταν μονίμως στο Seattle.

Στην θέση του Kemp ήρθε ο πολύ καλός τότε Vin Baker, ο οποίος ήταν στα ντουζένια του και προερχόταν από δύο εξαιρετικές χρονιές με αριθμούς 20+ ppg/10+ rpg και ισάριθμες all-star εμφανίσεις. Στο Seattle αγωνιζόταν μόλις 35′ ανά αγώνα, αλλά ήταν ακόμα πιο αποδοτικός, και ανάγκασε τους οπαδούς της ομάδας να ξεχάσουν προσωρινά τον “Reignman”, αλλά και τον McIlvaine, ο οποίος έγινε αυτό που όλοι έβλεπαν, πλην του front office των Sonics: “non factor” και “bust”. Με τον Baker, λοιπόν, να δικαιώνει – προς το παρόν τουλάχιστον – το franchise και τον Payton σε ρόλο απόλυτου ηγέτη, οι SuperSonics έπαιξαν σταθερό μπάσκετ και τερμάτισαν πρώτοι στην Pacific, ισοβαθμώντας με τους Lakers από τους όποιους, όμως, υπερτερούσαν, και τρίτοι σε όλη την λίγκα, με ρεκόρ 61-21, μόλις μια ήττα πίσω από τους Bulls και Jazz. Όμως στην postseason ο Baker εξαφανίστηκε, αφήνοντας τον Schrempf και τον Payton να κάνουν τρομερές υπερβάσεις, με αποτέλεσμα στον δεύτερο γύρο των playoffs να τους συναντήσει ο αγριεμένος Shaquille O’ Neal, ο οποίος με μέσους όρους 30,6 ppg/9,6 rpg/4 apg/4 bpg στην σειρά, τους καταβρόχθισε. Το πέμπτο και τελευταίο ματς της σειράς ήταν και το τελευταίο του George Karl στην καριέρα του ως προπονητή των Seattle SuperSonics.

Από τότε άρχισε η παρακμή για την ομάδα. Ο Baker έγινε ένας σταθερά καλός δευτερο-τρίτος παίκτης, ο Schrempf ήταν ήδη πάνω από 35 χρονών και ο Payton έμεινε κάποια χρόνια ακόμα να διατηρεί την ομάδα σε τροχιά playoffs, όχι, όμως, πάντα επιτυχημένα, αφού μέχρι τη μετακόμιση τους, οι Sonics έφτασαν μόλις τρεις φορές στην postseason και μόλις μια πιο μακριά από τον πρώτο γύρο.

Είτε λόγω αβλεψίας, είτε λόγω μετακόμισης, πάντως, και με την εξαίρεση εκείνης του Nate McMillan8)Ο οποίος, βέβαια, όταν έφτασε στο Seattle o Gary Payton περιορίστηκε σε δευτερεύοντα ρόλο – μέντορα., καμία φανέλα παίκτη της “χρυσής” δεκαετίας του ’90 δεν έχει αποσυρθεί. Oύτε του Payton – παρότι πλέον και μέλος του Hall of Fame -, ούτε του Kemp, ούτε του Schrempf. Αυτό δεν σημαίνει πως δεν τους θυμούνται οι λάτρεις της ομάδας. Αντίθετα, δεν τους ξεχνούν με τίποτα. Γιατί όταν δεν ήταν ανασφαλείς, αυτοκτονικοί, απρόβλεπτοι και θρασείς…

…απλά δεν υπήρχε ομάδα σαν αυτούς.

93-94 Seattle Supersonics

The following two tabs change content below.

Aris Tolios

Όταν το 2011 οι Ραδικόπουλος και Μαυράκης του είπαν έλα να παίξουμε NBA fantasy στις λίγκες του Μαρίνου εκείνος αποκρίθηκε “τί fantasy ρε γατάκια, εγώ είμαι κοινωνιολόγος, σπουδασμένος στο Πάντειο με διαρκείας στο μεταπτυχιακό στη μεγάλη Siena του Pianigiani. Σιγά μην ασχοληθώ με σας και με το μπάσκετ. Θα ασχοληθώ με την πολιτική”. Όταν το καλοκαίρι του 2015 τον έπιασε η ΚΥΠ στο ντου στο νομισματοκοπείο θυμήθηκε εκείνη την μακρινή πρόσκληση και, αφού πέρασε τα απαραίτητα tests ως guest αρθρογράφος του site, εντάχθηκε μόνιμα στο team του Ball Hog, περιμένοντας τη νέα έφοδο στα χειμερινά ανάκτορα. Τα καντάρια μπάσκετ που ξέρει είναι ευτυχώς πολύ περισσότερα από τις τρίχες στο κεφάλι του, αν και στο fantasy έχει πολύ δρόμο ακόμα μέχρι να σκαμπάσει.

   [ + ]

1. Με τους άλλους δύο να είναι οι Charles Barkley και Mitch Richmond, χωρίς να μπορώ να σας εξηγήσω το γιατί
2. Του οποίου η διήγηση του Payton είναι “χρυσός”!
3. Οι παλαίμαχοι των Sonics ισχυρίζονται επανειλημμένα -και σε όλους τους τόνους- πως αυτοί αποτελούσαν την αρχετυπική “Lob City”, πολύ πριν τους Paul-Griffin-Jordan. Μπορεί. Σίγουρα, πάντως, αν θέλουμε να επισημάνουμε πράγματα που μας θυμίζουν σημερινές καταστάσεις, οι “κοσμογονίες” παικτών και τα “ξηλώματα” ολόκληρων ομάδων υπήρχε στο franchise πολύ πριν πάει στην Oklahoma
4. Θα εκτιμάμε πάντα το Dallas που έχει πιστέψει διαχρονικά στο σύγχρονο τεσσάρι από την Γερμανία, αλλά τέτοιους πειραματισμούς ούτε στο στρατό δεν κάναμε.
5. Πόσο Sonics πραγματικά!
6. Γενικά, όπως καταλαβαίνετε στην Δύση στην δεκαετία του ’90, ελλείψει μιας μεγάλης δυναστείας, οι οπαδοί χόρταιναν παιχνίδια στην postseason.
7. Πραγματικά, τί είδαν και τους θάμπωσε;
8. Ο οποίος, βέβαια, όταν έφτασε στο Seattle o Gary Payton περιορίστηκε σε δευτερεύοντα ρόλο – μέντορα.