Ο Γιάννης, το twitter και το πολιτικό μήνυμα

Posted on Jun 3 2020 - 12:38pm by The Ball Hog

Το πρωί της Κυριακής 31 Μαΐου (ώρα Ελλάδας), 6 ημέρες μετά την εν ψυχρώ δολοφονία του George Floyd, ο Γιάννης Αντετοκούνμπο ανέβασε το εξής μήνυμα στο twitter: “I really don’t know how to put into words exactly how I feel, but one thing I know for sure is that enough is enough! It’s time for change!”. Όπως υποδηλώνουν τα hashtag #GeorgeFloyd και #AhmaudArbery που ακολουθούν το μήνυμα, αφορμή για την προαναφερθείσα ανάρτηση πιθανότατα στάθηκαν οι φετινές δολοφονίες των δύο ανθρώπων.

Γράφει ο Γιάννης Κουτσουράκης.

Το tweet του Γιάννη έτυχε εξαιρετικά θετικής υποδοχής από το σύνολο των ΜΜΕ. Μάλιστα ξεπέρασε τα όρια των αμιγώς αθλητικών μέσων (δείτε παραδείγματα εδώ και εδώ) κι επεκτάθηκε γρήγορα και σε αυτά με κυρίως πολιτικό περιεχόμενο. Αποθεωτικά μαζί του ήταν τόσο τα θεωρούμενα ως «συντηρητικά» ιστολόγια (δείτε παραδείγματα εδώ και εδώ), όσο και τα θεωρούμενα ως «προοδευτικά» (παραδείγματα εδώ και εδώ). Με λίγα λόγια, μιντιακά, υπήρξε καθολική αναγνώριση και αποδοχή της κίνησης και του περιεχομένου της. Όπως είναι λογικό, εφόσον τα Μέσα επηρεάζουν σε τεράστιο βαθμό τις απόψεις όλων μας, η άποψη των περισσοτέρων ανθρώπων ήταν ανάλογα θετική (όπως μπορούμε τουλάχιστον να συμπεράνουμε από τη διάδραση που υπήρξε στο tweet του Γιάννη αλλά και με βάση την αλληλεπίδραση κάτω από τις ειδήσεις).

Ένας επαγγελματίας αθλητής που παίρνει πολιτική θέση δεν ήταν πάντα συνηθισμένο γεγονός στον παγκόσμιο αθλητισμό. Πλέον όμως, εν έτει 2020, είναι. Πόσο μάλλον για το μπάσκετ και ειδικότερα για το ΝΒΑ, στο οποίο ανά καιρούς υπήρξε έστω και μεμονωμένα μια σειρά παικτών που αξιοποίησαν την αναγνωρισιμότητά τους και την χρησιμοποίησαν – μεταξύ άλλων – για την προώθηση πολιτικών ιδεών. Επιπλέον, στη σύγχρονη εποχή του αθλήματος, τα παραδείγματα κορυφαίων παικτών που παίρνουν συστηματικά θέση για τα κοινωνικά τεκταινόμενα (όπως ο LeBron James) έχουν ανοίξει το δρόμο, κάνοντας αυτή τη διαδικασία αρκετά εύκολη και ασφαλή για τους υπόλοιπους. Σε τέτοιο βαθμό μάλιστα που δύσκολα κάποιος θα αισθανόταν πως “κινδυνεύει” η καριέρα του (και φυσικά η τσέπη του) επειδή εξέφρασε κοινωνική/πολιτική άποψη.

Σε αυτό το σημείο πρέπει να αναφερθεί κάτι σημαντικό: κανένας αθλητής και καμία αθλήτρια δεν είναι υποχρεωμένος/η να πάρει θέση για όσα συμβαίνουν γύρω του/ης. Ο κάθε άνθρωπος δικαιούται να επιλέξει τη στάση του σύμφωνα με την προσωπική του κοσμοθεωρία. Στο τέλος, όμως, ως δημόσια πρόσωπα, όλοι κρίνονται για τις επιλογές τους. Το σημερινό κείμενο δεν αφορά απαραίτητα στο φιλοσοφικό ερώτημα αν θα έπρεπε ο Γιάννης (και ο/η κάθε αθλητής/ρια) να πάρει θέση σε ένα ζήτημα, αλλά τι πραγματικά εκφράζει η θέση που επέλεξε να πάρει.

Στο παρελθόν ο Αντετοκούνμπο έχει αναφερθεί αποσπασματικά σε θέματα ρατσισμού. Αυτό όμως συνέβη είτε στο πλαίσιο συνεντεύξεων, είτε σε περιπτώσεις που ο ρατσισμός στρεφόταν απευθείας στην οικογένειά του (όπως η επίθεση εναντίον του Θανάση). Το γεγονός όμως πως για πρώτη φορά τοποθετείται με δική του πρωτοβουλία για μία κοινωνική κατάσταση που συμβαίνει γύρω του και δεν τον επηρεάζει άμεσα, δίνει στο tweet ξεχωριστό ενδιαφέρον. Το πραγματικό ερώτημα όμως είναι το εξής: πήρε όντως θέση; Και τι ακριβώς σημαίνει η φράση «παίρνω θέση για ένα ζήτημα»;

Η σημασία της ανάλυσης λόγου

Το tweet του Γιάννη χωρίζεται πρακτικά σε 3+1 μέρη. Ας τα εξετάσουμε, λοιπόν, ένα προς ένα.

“I don’t know how to put into words exactly how I feel”

Στο πρώτο μέρος του tweet ο Γιάννης εκφράζει το πώς νιώθει. Ή τουλάχιστον προσπαθεί να το κάνει, καθώς “τόσα συναισθήματα είναι δύσκολο να εκφραστούν με λόγια”. Προφανώς αναφέρεται σε αρνητικά συναισθήματα. Το ενδιαφέρον σε αυτό το κομμάτι είναι η απουσία αρνητικά φορτισμένων λέξεων για την περιγραφή τους, όπως έκαναν οι περισσότεροι συνάδελφοί του. Το tweet του Steve Kerr περιείχε τις λέξεις “disgusting”, “murder”, hell”, “wrong”, ο λόγος του Stephen Jackson μεταξύ άλλων τα “hurt”, “angry”, ενώ οι δημοσιεύσεις του LeBron James περιείχαν τη φράση “I can’t breathe” αλλά και ολόκληρη την σκηνή της δολοφονίας σε εικόνα. Ακόμη και ο Michael Jordan, ένας άνθρωπος που δεν φημίζεται για τις πολιτικές τοποθετήσεις και τον συναισθηματικό λόγο του, χρησιμοποίησε τις λέξεις “saddened”, “pain”, “violence”, “racism” μεταξύ άλλων στην ανακοίνωσή του. Περιέργως όμως, όλα αυτά τα κατακλυσμιαία συναισθήματα του Γιάννη δεν κατάφεραν να “μεταφραστούν” λεκτικά, όπως συμβαίνει σχεδόν σε όλες τις αντίστοιχες περιπτώσεις που το συναίσθημα μας πνίγει και θέτει σε δεύτερη μοίρα τη λογική σκέψη. Αποτελεί σύμπτωση ή απλώς δεν μιλάει το συναίσθημα;

But one thing I know for sure is enough is enough”

Αυτό είναι και το πιο έντονο και σε θεωρητικό επίπεδο πολιτικοποιημένο κομμάτι του μηνύματος. Αυτή η κατάσταση δεν μπορεί και δεν μπορούμε να επιτρέψουμε να συνεχιστεί. Όμως, αλήθεια, για ποια κατάσταση μιλάμε; Τι ακριβώς είναι αυτό που συμβαίνει και δεν είναι πλέον ανεκτό; Η εμπλοκή των ΗΠΑ στην εσωτερική πολιτική άλλων χωρών; Η ακραία κοινωνική ανισότητα; Ο ρατσισμός; Η βίαιη αστυνομία; Όλα τα παραπάνω; Κάτι άλλο; Πολλοί/ες ίσως σκεφτούν ότι είναι αυτονόητο πως αναφέρεται στον ρατσισμό και την αστυνομική βία και ότι γίνεται πολλή κουβέντα για το τίποτα. Όμως δυστυχώς δεν είναι. Και δεν είναι γιατί ο Γιάννης, ως έχει το δικαίωμα, έχει επιλέξει να μην αναφέρεται καθόλου σε κοινωνικοπολιτικά προβλήματα όλα αυτά τα χρόνια. Έτσι, φαίνεται περίεργο πως μπορεί να ενοχλεί κάποιον ένα ζήτημα σε τέτοιο βαθμό που να λέει “αρκετά, δεν πάει άλλο”, τη στιγμή που δεν μπήκε ποτέ στον κόπο να το φέρει ουσιαστικά στον δημόσιο διάλογο κι έχοντας αυτή τη δυνατότητα, όπως ακριβώς κάνει τώρα. Για τον Γιάννη δεν φταίνε οι Λευκοί, η αστυνομία, το κράτος, το σύστημα. Ακόμη και τώρα, που ο κόσμος κυριολεκτικά καίγεται, αυτό το πρόβλημα δεν κατονομάζεται, ούτε συγκεκριμενοποιείται. Είναι απλά κάτι που “δεν πάει άλλο”. Συμπτωματικά ίσως, αυτή η διπλωματική αντιμετώπιση δεν βλάπτει καθόλου την εικόνα του, καθώς δεν συγκρούεται κυριολεκτικά με κανέναν.

It’s time for change!”

Μετά την όποια περιγραφή του προβλήματος, ακολουθεί το αισιόδοξο μέρος του μηνύματος. Ήρθε, λοιπόν, η ώρα της αλλαγής. Το θαυμαστικό προσδίδει λίγη ακόμη αισιοδοξία. Μπορεί ο Ανδρέας Παπανδρέου και μια σειρά άλλων πολιτικών να κέρδισαν εκλογές με τέτοιες πιασάρικες ατάκες, αλλά αν θέλουμε να αρθρώσουμε στοιχειωδώς ουσιαστικό πολιτικό λόγο δεν αρκεί να πούμε ότι τα πράγματα πρέπει να αλλάξουν. Οφείλουμε να δώσουμε αν όχι ολοκληρωμένη πρόταση, έστω μια στοιχειώδη κατεύθυνση που πρέπει να πάρουν. Οι παροτρύνσεις για αλλαγή, αν δεν είναι συγκεκριμένες, δεν αποτελούν τίποτα περισσότερο από ένα επικοινωνιακό κόλπο που απλά εξασφαλίζει λίγο παραπάνω χρόνο δημοσιότητας. Δυστυχώς ή ευτυχώς, ο κόσμος ποτέ δεν άλλαξε με ευχολόγια. Επομένως δύσκολα τα τελευταία μπορούν να θεωρηθούν πολιτικός λόγος ή πολιτική θέση που να υπηρετεί έναν συγκεκριμένο στόχο.

Ενώνοντας τώρα και τα τρία “μεταφρασμένα” κομμάτια του μηνύματος, το tweet του Γιάννη ουσιαστικά μας λέει πως υπάρχει “ένα πρόβλημα” που ο ίδιος “δεν αντέχει”, που “τον κάνει να νιώθει πολύ άσχημα” και που “πρέπει να αλλάξουμε”. Πόσο “πολιτική” φαίνεται η παραπάνω τοποθέτηση; Ποιος/α θα μπορούσε να καταλάβει κάτι αν δεν γνώριζε την επικαιρότητα;

#GeorgeFloyd #AhmaudArbery

Η κατηγορία +1 είναι τα hashtags που περιλαμβάνει. Τα ονόματα δηλαδή του George Floyd και του Ahmaud Arbery και κυρίως του δεύτερου. Μπορεί τα hashtags να είναι συμπληρωματικά ως δεδομένα, ακόμη και αυτά όμως μπορούν να δώσουν μικρότερης σημασίας πληροφορίες.  Στις περισσότερες περιπτώσεις οι άνθρωποι γνωρίζουν τα πιο προβεβλημένα περιστατικά θεματικών με τις οποίες δεν ασχολούνται επισταμένα. Αν η αστυνομική βία στις ΗΠΑ μπορεί να θεωρηθεί μία κατηγορία, το μακράν πιο γνωστό θύμα της τελευταίας δεκαετίας είναι ο Eric Garner. Για όσους δεν γνωρίζουν, ο Eric Garner είναι ο άνθρωπος που έχασε τη ζωή του από το κεφαλοκλείδωμα ενός τέρατος, καμουφλαρισμένου με αστυνομική περιβολή στην Νέα Υόρκη το 2014. Είναι ο άνθρωπος του οποίου τα τελευταία λόγια ήταν I can’t breathe”, που αποτελούν σύνθημα μέχρι τις μέρες μας στον αγώνα των Αφροαμερικανών απέναντι στην φυλετική ανισότητα. Θα έβγαζε, λοιπόν, νόημα κάποιος να πλαισιώσει το όνομα του George Floyd με ένα όνομα σαν του Garner, όχι μόνο γιατί είναι το πλέον γνωστό περιστατικό, με ισχυρό συμβολισμό για το κίνημα Black Lives Matter, αλλά και εξαιτίας των εμφανέστατων ομοιοτήτων των δύο δολοφονιών (υπέρμετρη αστυνομική βία εν ώρα υπηρεσίας, ασφυξία κλπ). Ο Ahmaud Arbery αποτελεί μεν θύμα ρατσιστικής βίας, με τη διαφορά ότι δεν δολοφονήθηκε από όργανο της τάξης εν υπηρεσία. Η αστυνομία σε αυτή την υπόθεση κατηγορείται κυρίως για την εγκληματική αμέλειά της να αποδώσει κατηγορίες και να συλλάβει τους δολοφόνους έγκαιρα. Το περιστατικό του θανάτου του είναι γνωστό στις ΗΠΑ, αλλά σε καμία περίπτωση στο επίπεδο του αντίστοιχου περιστατικού του Garner. Επομένως, είτε ο Γιάννης είναι τόσο δεινός γνώστης των περιπτώσεων αστυνομικής ρατσιστικής βίας και σκόπιμα ήθελε να προβάλλει και άλλα περιστατικά εκτός από αυτά που είναι ευρύτερα γνωστά, είτε δεν ασχολείται τόσο με αυτή την θεματική κι επέλεξε να βάλει τα δύο πιο πρόσφατα και σχετικά γνωστά περιστατικά που υπέπεσαν στην αντίληψή του.

Πότε και πόσο συχνά

Πέραν του περιεχομένου του tweet, υπάρχουν ακόμη δύο σημεία που χρήζουν ξεχωριστής προσοχής. Αυτά είναι η χρονική στιγμή της ανάρτησης και η συχνότητα αναρτήσεων από την ημέρα της δολοφονίας μέχρι σήμερα.

Η χρονική στιγμή σχολιασμού είναι σημαντική σε κάθε γεγονός. Είναι εύκολο να αντιληφθούμε ότι έχει διαφορετική βαρύτητα για παράδειγμα να ασκεί κάποιος κριτική στο καθεστώς της Χούντας εν έτει 1972 και διαφορετική το 2020: άλλοι κίνδυνοι και άλλες οι πιθανές επιπτώσεις σε κάθε περίπτωση. Ο Γιάννης επέλεξε να ανεβάσει το tweet τα μεσάνυχτα του Σαββάτου (ώρα ΗΠΑ). Δηλαδή 5 ολόκληρες ημέρες μετά το περιστατικό. Στη διάρκεια αυτών των ημερών υπήρξαν δεκάδες διαδηλώσεις σε όλη την επικράτεια των ΗΠΑ, οδομαχίες, επεισόδια, νέα βία των αστυνομικών αρχών όχι μόνο σε διαδηλωτές, αλλά και σε εκπροσώπους του τύπου. Όλα τα παραπάνω ήταν μακράν το πρώτο θέμα στα ΜΜΕ και το επίκεντρο του δημοσίου διαλόγου, κάτι όχι ιδιαίτερα εύκολο εν μέσω της πανδημίας του Κορωνοϊού.  Σε αυτές τις 5 ημέρες πήραν θέση κυριολεκτικά οι πάντες σε όλα τα μήκη και τα πλάτη της Γης. Πρόλαβαν να τοποθετηθούν εκτός των πολιτικών φορέων, ακόμη και πολυεθνικές εταιρίες όπως η Nike. Κοινό σημείο όλων ότι στράφηκαν κατά του ρατσισμού. Με λίγα λόγια, σε αυτό το διάστημα των πέντε ημερών διαμορφώθηκε ένα απίστευτα ασφαλές περιβάλλον, εντός του οποίου θα μπορούσε να εκφραστεί πολιτική θέση από τον οποιονδήποτε χωρίς καμία συνέπεια, πολύ απλά γιατί όλοι πλέον βρίσκονταν (επίσημα τουλάχιστον) στην ίδια πλευρά. Δεν γνωρίζουμε πότε ο Γιάννης αντιλήφθηκε τι συμβαίνει γύρω του. Θεωρείται όμως μάλλον δύσκολο να χρειάστηκε 5 ημέρες για να καταλάβει. Σε κάθε περίπτωση, τη χρονική στιγμή που tweetαρε το περιβάλλον ήταν απολύτως ασφαλές και ταυτόχρονα είχε προλάβει να τοποθετηθεί μέσω video και η Nike, ο μεγαλύτερος δηλαδή χορηγός του. Το πόσο συμπτωματικό είναι αυτό, έγκειται στην κρίση του/ης καθενός/μίας.

Η συχνότητα των αναρτήσεων, αλλά και τα ποιοτικά χαρακτηριστικά τους θα μπορούσαν θεωρητικά να αποτελέσουν έναν δείκτη ενδιαφέροντος πάνω σε μία θεματική, βάσει της αρχής πως ένας άνθρωπος “επικοινωνεί” μέσω των Μέσων Κοινωνικής Δικτύωσης τα θέματα που τον ενδιαφέρουν. Για παράδειγμα, τις τελευταίες 6 ημέρες, στα ΜΚΔ (Instagram, Twitter) του LeBron James μπορούμε να δούμε περισσότερες από 20 αναρτήσεις. Όλες τους αναφέρονται είτε στο γεγονός της δολοφονίας του George Floyd, είτε σε όσα συμβαίνουν στην κοινωνία με αφορμή αυτή. Από την άλλη μεριά, τα αντίστοιχα του Γιάννη (+Facebook) περιλαμβάνουν διαφημίσεις ισοτονικού ποτού, στιγμές οικογενειακής χαλάρωσης, βίντεο προβολής των μπασκετικών του ικανοτήτων, επαίνους για τον χαρακτήρα του, το tweet που εξετάζουμε και αναπαραγωγή της θέσης του χορηγού του (Nike) για όσα συμβαίνουν. Η πολυθεματικότητα των δημοσιεύσεων και η μικρή αναλογία προβολής των όσων συμβαίνουν σε σχέση με το σύνολο, δεν σημαίνουν απαραίτητα κάτι, καθώς οι υποχρεώσεις ενός κορυφαίου σύγχρονου επαγγελματία αθλητή δεν σταματούν ποτέ. Σε κάθε περίπτωση όμως, η “εικόνα” ενός ανθρώπου που χαλαρώνει χαμογελαστός στο πάρκο τη στιγμή που ο κόσμος γύρω του καίγεται για 3 ημέρες είναι φανερά ανακόλουθη με αυτή που προσπαθεί να περάσει μέσα από το tweet: ενός ανθρώπου πολιτικά ευαισθητοποιημένου, που είναι συγκλονισμένος από όσα βιώνει και που δεν αντέχει άλλο με αυτή την κατάσταση.

Πιο πέρα από κι από τον δημόσιο λόγο: το “context”

Η δημοσίευση του Γιάννη αποτελείται από ένα tweet εξαιρετικά αόριστο, που αποφεύγει να γίνει συγκεκριμένο σε οποιαδήποτε πτυχή του και να περάσει ένα μήνυμα προς κάποια κατεύθυνση. Φαίνεται σαν μια ετεροχρονισμένη δήλωση που “έπρεπε” να γίνει γιατί βελτιώνει την συνολική εικόνα του αθλητή “φανερώνοντας” τις κοινωνικές του ευαισθησίες κι εντάσσοντάς τον με αυτόν τον τρόπο στην κοινωνία, ενώ την ίδια στιγμή δεν μειώνει στο ελάχιστο την εμπορική του αξία γιατί πολύ απλά δεν συγκρούεται με κανέναν. Πολλές φορές τείνουμε να ξεχνάμε πως τα Μέσα Κοινωνικής Δικτύωσης αποτελούν μέρος του δημοσίου διαλόγου και πως η δυναμική τους είναι τεράστια, ιδίως όταν αυτά ανήκουν σε διασημότητες με αυξημένη επιρροή στους καθημερινούς ανθρώπους. Όπως είδαμε και από την περίπτωση του Daryl Morey, στην εποχή που ζούμε ένα tweet όχι απλά μπορεί να έχει βαρύνουσα σημασία, αλλά και δυνητικά να κοστίζει εκατομμύρια δολάρια. Με τον ίδιο τρόπο μπορεί να έχει εξίσου σημαντική επίδραση σε μία κοινωνία, με τη διαφορά ότι αυτή δεν μετριέται πάντοτε χρηματικά. Απαραίτητη προϋπόθεση, ωστόσο, είναι όντως το tweet να έχει περιεχόμενο και να μην είναι απλώς μία κίνηση εντυπωσιασμού και βελτίωσης της εικόνας του εκάστοτε αθλητή.

Οτιδήποτε από τα παραπάνω δεν μειώνει την σπάνια αγωνιστική αξία του Γιάννη ούτε τον χαρακτήρα ενός νέου ανθρώπου, προσιτού, ευγενικού και θετικού για την ζωή. Υπό αυτή την έννοια, η παραπάνω ανάλυση λόγου για ό,τι “λέει” ο Γιάννης ήταν σκόπιμα ενδελεχής, ακριβώς για να διαλύσει, με μικροσκοπική λεπτομέρεια αν χρειάζεται, τους προκατασκευασμένους μύθους που έχουμε στο μυαλό μας – ούτε “τα είπε έξω από τα δόντια” και “ξέσπασε” ο Γιάννης, ούτε έπρεπε το ένα ή το άλλο. Μια νηφάλια στάση, εν μέσω τέτοιων κοινωνικών εκρήξεων, απαιτεί να μην είμαστε “haters” γενικώς κι αορίστως, αλλά και να μην αποθεώνουμε πράγματα που δεν υπάρχουν και δεν συμβαίνουν.

Ακόμη περισσότερο, το tweet και ο αθλητής που το γράφει, εντάσσονται μέσα σε ένα συγκεκριμένο πλαίσιο: ένα κοινωνικό, αξιακό και πολιτισμικό “context”. Αυτό δηλαδή που δημιουργεί σε αθλητές τέτοιου επιπέδου η εντατική προπόνηση, η εκγύμναση και η εξειδίκευση και που πολύ συχνά τους οδηγεί σε αλλοτρίωση και αποξένωση από το γύρω περιβάλλον.

Ωστόσο, δεν είναι όλα γραμμικά και νομοτελειακά καθώς, που και που, όλο και συχνότερα τελευταία, αυτός τον φαύλο κύκλο ατομικής στάσης που τροφοδοτεί την κοινωνική κατάσταση και τροφοδοτείται από αυτήν, σπάει από τα ίδια τα χέρια αθλητών. Αθλητές όπως ο LeBron James, o Jaylen Brown ή ο Steph Curry ή ακόμα και πιο “εξωτικοί” και «περίεργοι» όπως ο – συγκλονιστικός αυτές τις μέρες – Stephen Jackson, ο DeMarcus Cousins και ο J.R. Smith, έχουν σπάσει αυτόν τον αέναο τροχό και βρίσκονται ακριβώς δίπλα στον Γιάννη μας. Και ακόμα χειρότερα, αντί να ενσωματώνει το παράδειγμα αυτών ή τα βάσανα καταπιεσμένων συνανθρώπων του ή τη λάμψη ιστορικών προσώπων, ενσωματώνει και αναπαράγει στην καλύτερη τη γραμμή της Nike, μιας απρόσωπης εταιρείας:

https://www.instagram.com/p/CA58JI8ldtn/

Ο Γιάννης μπορεί να έγραψε ο ίδιος το tweet του ή να το έγραψαν άνθρωποι γύρω του που πληρώνονται για να γράφουν ή να σκέφτονται. Επομένως, μπορεί να είναι ο Γιάννης που είναι τόσο άτολμος ή ο ίδιος τόσο άτολμος και το «επιτελείο» του πολύ υστερόβουλο. Προσοχή, μην μπερδευτούμε όμως: η φοβία του/τους να μην πει κάτι, δεν αλλάζει το γεγονός πως η τοποθέτηση του είναι πολιτική. Μια πολιτική τοποθέτηση, φοβισμένη να κάνει κάποιον να νιώσει άβολα. Ε λοιπόν, σε όλες τις αλλαγές, οι άνθρωποι νιώθουν άβολα, ξεβολεύονται, βγαίνουν έξω από αυτό που έχουν συνηθίσει – αλλιώς δεν θα υφίσταντο.

Και ξέρετε κάτι; Είναι πραγματικά ανυπόφορο δίπλα, σχεδόν ταυτόχρονα σε αυτή την πολιτική τοποθέτηση, να βρίσκεται αυτή η εκπληκτική συνέντευξη του Gregg Popovich στον Dave Zirin:

«Είμαι τρομοκρατημένος επειδή έχουμε έναν ηγέτη που δεν μπορεί να πει πως “Οι ζωές των Μαύρων έχουν σημασία”. Αλλά δίχως ηγεσία και κατανόηση του προβλήματος δεν θα υπάρξει ποτέ αλλαγή. Δεν υπάρχει τίποτα που να μπορεί να κάνει (o Trump)  για να βελτιώσει την κατάσταση γιατί είναι αυτός που είναι: ένας διαταραγμένος ηλίθιος. Αυτό που με πονάει περισσότερο είναι ότι όλοι βλέπουμε την αστυνομική βία και τον ρατσισμό ξανά και ξανά κι όμως τίποτα δεν αλλάζει. Οι Λευκοί Αμερικανοί ανέκαθεν απέφευγαν να αναγνωρίσουν αυτό το πρόβλημα, γιατί ήταν πάντα προνόμιό μας να μπορούμε να το κάνουμε. Γι’ αυτό οι διαδηλωτές έχουν εκραγεί. Αλλά πρέπει να οργανωθούν καλύτερα. Απαιτείται καλύτερη ηγεσία και οργάνωση, ώστε αυτές οι απίστευτα μαζικές διαδηλώσεις να μην κατηγορηθούν πως έχουν άλλους σκοπούς.»