Retro Hog: 1961 – 1962: H χρονιά των Γιγάντων

Posted on Apr 15 2015 - 10:23pm by Kosmas Kapsalis

Σήμερα τα ξημερώματα, ολοκληρώθηκε με φαντασμαγορικό τρόπο μια από τις καλύτερες σεζόν στην ιστορία του ΝΒΑ. Οι 28 από τις 30 ομάδες δώσανε το 82ο παιχνίδι τους για φέτος, στο δρόμο για ακόμα καλύτερα (ελπίζουμε) playoffs. Μέχρις εσχάτων παρέμεναν ανοιχτές οι τελευταίες θέσεις σε Ανατολή και Δύση, όπως και κάποια από τα πλασαρίσματα των ανωτέρω θέσεων. Η μάχη για το βραβείο του MVP δύο, και κατά περιόδους τρεις διεκδικητές και ήταν, επίσης, από τις πλέον αμφίρροπες.

Η σεζόν 2014-2015 απασχόλησε και θα απασχολήσει το Ball Hog πολλές φορές. Επειδή όμως σε τούτη την στήλη είμαστε πιο νοσταλγικοί τύποι, θα ασχοληθούμε μαζί της σε καμιά 20αριά χρόνια. Για την ώρα θα καταπιαστούμε με μια άλλη περίοδο του ΝΒΑ. Λιγάκι πιο μακρινή. Θα ασχοληθούμε με την (ενδεχομένως) πιο τρομακτική χρονιά από άποψη αριθμών που έγινε και ενδεχομένως ποτέ θα γίνει. Μία από τις αναμφισβήτητα καλύτερες σεζόν όλων των εποχών: τη σεζόν 1961-1962, η όπως πέρασε στην ιστορία, την ”Χρονιά των Γιγάντων”.

Ας κάνουμε μια επιγραμματική ανασκόπηση της εν λόγω χρονιάς.

Οι ομάδες του ΝΒΑ έγιναν από οκτώ, εννιά, μιας και μπήκαν στο πρωτάθλημα οι Chicago Packer, πρόγονοι των σημερινών Washington Wizards. Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα να μεγαλώσει και το πρόγραμμα από 79, σε 80 παιχνίδια για κάθε ομάδα. Στους τελικούς της δυτικής περιφέρειας, οι 1οι Los Angeles Lakers, αντιμετώπισαν τους 3ους Detroit Pistons κερδίζοντας με 4-2 και πέρασαν στους τελικούς. Στην Ανατολή, το γνώριμο ζευγάρι των Boston Celtics με τους Philadelphia Warriors, ομάδες που είχαν και τις δύο πρώτες θέσεις στην κανονική διάρκεια, έφθασαν και στους τελικούς της περιφέρειας, όπου μετά από επτά παιχνίδια, οι Celtics πήραν την πρόκριση για να υπερασπιστούν τον τίτλο. Εκεί συνάντησαν τους Lakers και με 4-3 νίκες, κατέκτησαν το 4ο συνεχόμενο πρωτάθλημα τους. MVP της regular season αναδείχτηκε ο Bill Russell με 18,9 ppg και 23,6 rpg, ενώ δεν υπήρχε ακόμα το βραβείο για τον MVP των τελικών.

Διαβάζοντας κανείς την παραπάνω παράγραφο, δεν θα δει κάτι που θα τον παραξενέψει ιδιαίτερα. Όλα πήγαν σχετικά φυσιολογικά και μάλιστα ο τελικός ήταν μεταξύ των δύο ομάδων θρύλων της λίγκας. Η πιο πάνω παράγραφος όμως, δεν περιγράφει ούτε στο ελάχιστο τα φοβερά και τρομερά που έγιναν την συγκεκριμένη χρονιά και αξίζουν ενδελεχότερης επισκόπησης.

Wilt the Stilt

 

Ένας από τους 10 καλύτερους παίκτες όλων των εποχών (όσα χρόνια κι αν περάσουν), ένας από τους μεγαλύτερους σκόρερ όλων των εποχών (όσα χρόνια κι αν περάσουν) κι ο πιο κυρίαρχος παίκτης (μάλλον), όχι μόνο στο μπάσκετ, αλλά σε όλα τα επαγγελματικά σπορ (όσα χρόνια κι αν περάσουν). Μπαίνοντας σε εκείνη τη χρονιά, την 3η του στο πρωτάθλημα, είχε σαν μέσους όρους καριέρας 38 ppg και 27,1 rpg. Διόλου άσχημα. Το πλάνο του προπονητή της ομάδας Frank McGuire, ήταν σχετικά απλό: ο Chamberlain θα έμενε στο παρκέ συνεχώς και η μπάλα θα πέρναγε μονίμως από εκείνον. Κι μιας που ο coach το παράκανε με τον χρόνο συμμετοχής, ο Chamberlain το παράκανε με τις επιδόσεις του. Παίζοντας όλα τα λεπτά και στα 80 παιχνίδια της ομάδας του κι όλα τα λεπτά των 10 παρατάσεων που έπαιξε συνολικά, πλην μόλις 8 αγωνιστικών λεπτών που αποβλήθηκε με τεχνική ποινή, σε ένα άθλημα που έχει χρόνο παιχνιδιού 48 λεπτά, κατάφερε να αγωνιστεί την συγκεκριμένη σεζόν κατά μέσο όρο αγώνα 48,5 mpg. Κι αφού είχε την μπάλα συνέχεια στα χέρια του, διέλυσε κάθε πιθανό κι απίθανο ρεκόρ σκοραρίσματος. Προσπάθειες για σουτ, εύστοχα σουτ, δίποντα, βολές και φυσικά πόντους. 50,4 ήταν το νούμερο που σταμάτησε το κοντέρ. 50,4 πόντοι σε κάθε παιχνίδι. Ο πρώτος, ο μόνος κι ο τελευταίος που σκόραρε πάνω από 50 ppg και ξεπέρασε το φράγμα των 4.000 πόντων για μια σεζόν1)συγκεκριμένα 4.029. Την επόμενη χρονιά είχε 44,8 ppg, χωρίς κανείς να περάσει ποτέ ξανά τους 40 ppg σε μια σεζόν. Για να γίνει πιο αντιληπτό, τι έκανε ο Chamberlain εκείνη τη χρονιά, προσέξτε το πιο ακόλουθο: ο, σύμφωνα με την πλειοψηφία, καλύτερος παίκτης στην ιστορία και καλύτερος σκόρερ, Michael Jordan, είχε στην καριέρα του 31 παιχνίδια στα οποία σκόραρε πάνω από 50 πόντους. Ο Wilt είχε 45. Μόνο τη συγκεκριμένη χρονιά..

Δεν του έφτανε όμως αυτό. Ήθελε να είναι σίγουρος ότι εκτός από το μέσο όρο δεν θα πλησιάσει κανείς ούτε την επίδοσή του σε ένα παιχνίδι. Έτσι, στις 2 Μαρτίου 1962, έχοντας απέναντί του τους New York Knicks, σκόραρε 100 πόντους. Ένα ρεκόρ, το οποίο, παρά την ενσωμάτωση του τριπόντου, παραμένει απλησίαστο. Η μοναδική φορά που έχει κατορθώσει κάποιος έστω να φθάσει κοντά είναι ο Kobe Bryant με τους 81 πόντους εναντίον των Raptors.

The Big O

Κι αν η χρονιά του Chamberlain (εκτός του Russell) άξιζε αναμφίβολα το MVP, το ίδιο συμβαίνει και με τις επιδόσεις ενός άλλου θρύλου, του Oscar Robertson. Tι έκανε; Να μωρέ, ”έγραψε” triple double. Για όλη τη χρονιά. 30,8ppg-10,4rpg-10,6apg. Στην δεύτερή του μόλις χρονιά στο πρωτάθλημα. O μόνος που έκτοτε φλέρταρε ξανά με ένα τέτοιο επίτευγμα ήταν…ο εαυτός του. Για την ακρίβεια, το έκανε σχεδόν κάθε μία από τις πέντε πρώτες του χρονιές.

1960-1961 30,5 10,1 9,7
1961-1962 30,8 12,5 11,4
1962-1963 28,3 10,4 9,5
1963-1964 31,4 9,9 11
1964-1965 30,4 9 11,5

Για πέντε ολόκληρα χρόνια, έχασε μόλις 15 παιχνίδια, από τα 399 που έδωσαν οι Bucks, και είχε μέσους όρους 30,3 ppg, 10,4 rpg και 10,6 apg. Τ-Ρ-Ο-Μ-Ο-Σ.

Private Elgin Baylor reporting for duty

elgin baylor

O Elgin Baylor είναι αναμφίβολα ένας από τους καλύτερους, αλλά και πιο υποτιμημένους παράλληλα, παίκτες όλων των εποχών. Αγωνίστηκε για όλη την καριέρα του στους Los Angeles Lakers, έπαιξε οκτώ φορές σε τελικούς ΝΒΑ, έχασε ισάριθμες φορές και είδε το άσχημο πρόσωπο της τύχης, μιας και το πρώτο πρωτάθλημα των Lakers στο Los Angeles, ήρθε ακριβώς την χρονιά που αποσύρθηκε, μη αντέχοντας άλλο να αγωνίζεται έχοντας διαλυμένο γόνατο. Το 1961 πάντως, τίποτα από αυτά δεν υπήρχε στο μυαλό του. Βρισκόταν στο prime της καριέρας του, στην 4η σεζόν του στη λίγκα, σκοράροντας την μόλις προηγούμενη χρονιά 34,8 πόντους σε κάθε παιχνίδι. Σε εκείνον μάλιστα, ανήκε και το ρεκόρ του ΝΒΑ με τους 71 πόντους που είχε σημειώσει το 1960 κόντρα στους (ποιους άλλους;!) New York Knicks.

Με το ξεκίνημα της σεζόν 1961-1962, ο Baylor, που ήταν έφεδρος του στρατού, κλήθηκε από τον Αμερικάνικο Στρατό για πλήρη θητεία. Με ύψος 1,96μ, μόλις 2 εκατοστά κοντύτερος από το ύψος που θα τον είχε απαλλάξει, έγινε ο πρώτος σταρ του αμερικάνικου μπάσκετ (ίσως κι ο τελευταίος) που θα υπηρετούσε στο στρατό. Τοποθετήθηκε στο 6ο Σύνταγμα στην Washington και απείχε από όλες τις δραστηριότητες των Lakers μέσα στην εβδομάδα. Τα σαββατοκύριακα έπαιρνε άδεια και πήγαινε με το αεροπλάνο όπου έλεγε το πρόγραμμα για να αγωνιστεί. Αυτό το χρονοδιάγραμμα, έναν μέτριο παίκτη ίσως δεν θα τον έβαζε ποτέ σε ρυθμό καθ’ όλη τη διάρκεια της χρονιάς. Για τον Baylor όμως, ήταν απλώς μια ευκαιρία να ξεκουραστεί και να τα δίνει όλα όταν πήγαινε να παίξει. Αγωνίστηκε σε 48 από τα 80 παιχνίδια, πετυχαίνοντας 1.836 πόντους, δηλαδή 38,3 πόντους σε κάθε παιχνίδι. Κι αφού τα παιχνίδια που αγωνίστηκε ήταν λίγα για να συμπεριληφθεί η επίδοσή του στην επίσημη κατάταξη, κράτησε το καλύτερο για το τέλος.

Στο γνώριμο για την εποχή σκηνικό, με τους Lakers να αντιμετωπίζουν τους Celtics στους τελικούς του ΝΒΑ, οι δυο ομάδες είχαν από μια εντός έδρας νίκη κι από ένα break στους 4 πρώτους αγώνες. Στο 5ο παιχνίδι που έγινε στη Βοστόνη στις 14 Απριλίου 1962, οι Lakers επικράτησαν με 126-121 και τον Elgin Baylor να σημειώνει το ακατάρριπτο ακόμα ρεκόρ για παιχνίδι τελικών, των 61 πόντων. Οι Celtics απάντησαν με ένα ακόμη break στο Los Angeles και με δεύτερη συνεχόμενη νίκη στη Βοστόνη, γύρισαν τη σειρά, και με 4-3 νίκες πανηγύρισαν το 4ο σερί πρωτάθλημά τους.

Επιθετική πολυφωνία

To NBA μετράει 69 χρόνια ζωής. Στις επτά αυτές δεκαετίας, εκατοντάδες παίκτες αγωνίστηκαν αφήνοντας το δικό τους στίγμα, μικρό ή μεγάλο. Στα 69 χρόνια, 26 παίκτες έχουν τελειώσει μια χρονιά με πάνω από 30 ppg. Οι έξι από τους 26 το πετύχανε την ίδια χρονιά! Περιττό βέβαια να πούμε ότι κάτι τέτοιο δεν έχει συμβεί ποτέ ξανά. Μιας και στην συγκεκριμένη περίπτωση οι αριθμοί θα μιλήσουν από μόνοι τους, ας δούμε τι έγινε:

Wilt Chamberlain

50,4 ppg 80 GP
Elgin Baylor 38,3 ppg 48 GP
Walt Bellamy 31,6 ppg 79 GP
Bob Pettit 31,1 ppg 79 GP
Oscar Robertson 30,8 ppg 75 GP
Jerry West 30,8 ppg 78 GP

Χαρακτηριστικό είναι ότι ο 6ος Jerry West, με τους 30,8 πόντους ανά παιχνίδι που σημείωσε, θα έβγαινε πρώτος σκόρερ στις 39 από τις 69 χρονιές του ΝΒΑ.

Ένας Rookie, μα τι rookie

walt bellamy

To όνομα αυτού Walt Bellamy. Μετά από τρία χρόνια στους Hoosiers της Indiana κι ένα Ολυμπιακό μετάλλιο το 1960 στη Ρώμη, παρέα με τους Jerry West, Oscar Robertson και Jerry Lucas, ο Bellamy μπήκε με φόρα στο ΝΒΑ. Και διάλεξε την κατάλληλη χρονιά για να το κάνει. Νο 1 στο Draft κι επιλογή από την νέα ομάδα των Chicago Packers. Έχασε μόνο ένα παιχνίδι, κι ο Απρίλιος τον βρήκε να κατακτά πανηγυρικά το βραβείο του Rookie of the Year. Τελείωσε τη χρονιά 2ος στο σκοράρισμα (σε σύνολο πόντων) πίσω μόνο από τον Wilt Chamberlain και 3ος στα rebounds, πίσω από Chamberlain και Russell. Με 31,6 ppg και 19 rpg ήταν ο καλύτερος rookie της χρονιάς και ψηφίστηκε βασικός Center στο ρόστερ της Δύσης για το All-Star Game. Παρ όλη τη σπουδαία καριέρα του, ο Bellamy βρέθηκε όλα τα χρόνια της καριέρας του αντιμέτωπος με τον Russell, τον Chamberlain κι αργότερα τον Kareem Abdul-Jabbar και δεν κατόρθωσε να σκεφθεί πρωταθλητής ούτε καν χώρεσε ποτέ να ψηφιστεί στην πρώτη ομάδα του ΝΒΑ.

All-Star Game

Στις 16 Ιανουαρίου 1962, τα μεγαλύτερα αστέρια συγκεντρώθηκαν στο St. Louis για το All-Star Game. Όπως όλη η χρονιά, έτσι και το συγκεκριμένο παιχνίδι άφησε παρακαταθήκη για το μέλλον. Η Δύση ήταν σαφώς καλύτερη, κερδίζοντας το παιχνίδι με 150-130. Καλύτερος παίκτης για την Ανατολή, ο Wilt Chamberlain, ο οποίος με 42 πόντους, πέτυχε την καλύτερη επίδοση για παιχνίδι All-Star, με τον Russell Westbrook να φτάνει πιο κοντά από κάθε άλλον στο συγκεκριμένο ρεκόρ, δυο μήνες πριν, όταν στην Νέα Υόρκη σταμάτησε στους 41. Η Ανατολή από την άλλη, είχε τέσσερις παίκτες που σημείωσαν πάνω από 20 πόντους. Καλύτερος όλων, ο forward των τοπικών St. Louis Hawks, Bob Pettit, o οποίος έκανε ρεκόρ σε All-Star για rebounds σε δωδεκάλεπτο, ημίχρονο και συνολικά στο παιχνίδι, τελειώνοντας τον αγώνα με 25 πόντους και 27 rebounds, κατακτώντας το τελευταίο MVP του σε All-Star Game, μπροστά μάλιστα στο κοινό της ομάδας του. Ήταν το 4ο MVP σε All-Star για τον Pettit, μετά από τα βραβεία του ’56 στη Νέα Υόρκη, το ’58 πάλι στο St. Louis και το ’59 στο Detroit, όπου το είχε μοιραστεί με τον Elgin Baylor. Με τις τέσσερις κατακτήσεις, ο Pettit βρίσκεται στην πρώτη θέση, μαζί με τον Kobe Bryant, για τα περισσότερα βραβεία σε All-Star Game.

Περασμένες εποχές που δεν μπορεί να γίνει σύγκριση; Πιθανότατα. Μικρότερος ανταγωνισμός; Σίγουρα, μιας και μιλάμε για πρωτάθλημα εννέα, όλων κι όλων, ομάδων. Τεράστια συσσώρευση ταλέντου σε μια δεκαετία που δυστυχώς λίγα ντοκουμέντα υπάρχουν; Αναμφισβήτητα! Κι ας μην ξεχνάμε, ότι οι παίκτες αυτοί, δεν είναι απλώς ότι πέτυχαν τις μυθικές αυτές επιδόσεις σε εποχές ουσιαστικά ερασιτεχνικές σε σύγκριση με το σήμερα και τις στρατιές ειδικών που κουβαλάει η κάθε ομάδα. Οι παίκτες αυτοί, σκόραραν 30 και 40 πόντους και μάζευαν 15-20 rebounds, φορώντας στα πόδια τους starακια.

Για κλείσιμο, θα μοιραστώ μαζί σας τον προβληματισμό που μας δημιουργήθηκε με τον φίλο Κώστα, μιλώντας για εκείνες τις επιδόσεις. Μπαίνεις στην DeLorean του McFly και πηγαίνεις στο 1961. Στο fantasy εκείνης της χρονιάς κι έχοντας το 1ο pick, διαλέγεις τον Wilt Chamberlain του 50,4-25,7, ή τον Oscar Robertson με 30,8-12.5-11,4; Καταραμένα διλήμματα…

The following two tabs change content below.
Τίμιος αιώνιος φοιτητής, θα ψάχνει κάθε ευκαιρία να γράψει σε άρθρα τις λέξεις Tracy και McGrady. Όταν δεν παρακολουθεί με νοσταλγία videos του πάλαι ποτέ superstar, τρομοκρατεί τα εργαστήρια χημείας της συμπρωτεύουσας. Φημολογείται ότι είναι εξαιρετικός post player, αλλά ακόμα δεν είχαμε την ευκαιρία να τον θαυμάσουμε. Σιγουράκι για τις άγριες ώρες, το NBA ήρθε σαν φυσικό αποτέλεσμα του τρόπου ζωής του.

   [ + ]

1. συγκεκριμένα 4.029