Sapir-Whorf Hypothesis in the NBA

Posted on Apr 18 2020 - 6:09pm by Mitsos Mavrakis

Με το ερχομό του “The Last Dance” πρέπει να ετοιμαζόμαστε να ζήσουμε μια έξαρση της γνωστής παρελθοντολαγνείας για τις «παλιές καλές μέρες» που «το ΝΒΑ ήταν αυθεντικό», δίχως αυτά τα φαινόμενα εκφυλισμού, όπως τα tanking, τα flopping, τα endorsements και όλα τα συμπτώματα των ημερών που έχουν καταστρέψει τον πάλαι ποτέ «μαγικό πλανήτη».

Στη γλωσσολογία, η Γλωσσική Σχετικότητα (στα αγγλικά, “Linguistic Relativity” ή “Sapir-Whorf Hypothesis”) επισημαίνει πως υπάρχουν συγκεκριμένες σκέψεις ενός ατόμου σε μια γλώσσα που δεν μπορούν να γίνουν κατανοητές από αυτούς που ζουν σε γλωσσικά άλλες κοινωνίες. Η Sapir-Whorf Hypothesis τονίζει, κοινώς, πως ο τρόπος που σκέφτονται οι άνθρωποι επηρεάζεται έντονα από τη μητρική τους γλώσσα και οι αντιλήψεις των ανθρώπων είναι σχετικές στην ομιλούμενη γλώσσα τους.

Ακόμα πιο απλά – αυτό που έκαναν εκείνα τα φταπόδια στο “Arrival”1)Δεν καταλάβατε; Δεν πειράζει, ευκαιρία να (ξανα)δείτε μια υπέροχη ταινία.

Ή για να το φέρουμε στα δικά μας πλαίσια – tanking, load management και όλα αυτά υπήρχαν πάντα, όμως επειδή δεν είχαν ένα συγκεκριμένο όνομα, κανείς δεν μπορούσε να τα δείξει με το δάχτυλο.

Tanking
tank
/taŋk/
verb
gerund or present participle: tanking
  1. INFORMALNORTH AMERICAN
    • (in sport) deliberately lose or fail to finish (a match).
      “the powerful baseliner had tanked the match”

Με απλά λόγια: όταν οι ομάδες κάθονται και χάνουν επίτηδες παιχνίδια για να έχουν υψηλότερη επιλογή στο επερχόμενο draft.

“In the name of ‘parity,’ which is just a euphemism for basketball socialism, the NBA’s decision makers have collectively suppressed every independent thinking”

Το ΝΒΑ ήταν ένας μαγικός κόσμος μέχρι να έρθει ο Hinkie με το “Process” και να ξεκινήσει να χάνει παιχνίδια επίτηδες για να ντραφτάρει center2)Noel, Embiid, Okafor, Simmons – μόνο center!!, τον έναν μετά τον άλλο. Κι όμως, το να παίζεις τον JaKarr Sampson σε ρόλο point forward δεν ήταν η χυδαιότερη στιγμή tanking στην ιστορία του αθλήματος – εξάλλου, η πεντάδα Jakarr Sampson – Hollis Thompson- K.J.McDaniels- Jerami Grant – Henry Sims ήταν στο +4 σε 18 λεπτά συμμετοχής. Αυτή είχε συμβεί 31 χρόνια νωρίτερα και περιείχε ένα άλλον, λίγο πιο γνωστό Sampson.

Το draft του 1984 μέχρι σήμερα θεωρείται το καλύτερο όλων των εποχών και πως δεν θα μπορούσε άλλωστε, από την στιγμή που  έφερε στο ΝΒΑ παίκτες όπως οι Michael Jordan, Hakeem Olajuwon, Charles Barkley, John Stockton ή ακόμα και τους Alvin Robertson, Kevin Willis, Otis Thorpe. Ήταν το draft στο οποίο η πρώτη επιλογή του δευτέρου γύρου για τους Pacers ήταν ο small forward Devin Durrant για το οποίο δεν είχα μέχρι αυτή τη στιγμή καμία ιδέα, άλλα ακούγεται σίγουρα παιχταράς.

Βέβαια, το ποιος θα ήταν η πρώτη επιλογή ήταν αδιαμφισβήτητο, καθώς ο Hakeem Olajuwon, ηγέτης της “Phi Slama Jama” των προηγούμενων χρόνων, του μέχρι τότε μεγαλύτερου μπασκετικού υπερθεάματος που έχει εμφανιστεί ποτέ στην πολιτεία του Texas, ήταν ο καλύτερος παίκτης του NCAA και ετοιμαζόταν να αφήσει τους Houston Cougars.

Οι Rockets είχαν τρία χρόνια τον επόμενο μεγάλο σταρ να παίζει στην αυλή τους και θα ήταν αμαρτία να τον αφήσουν να πάει να παίξει σε κάποια άλλη πόλη. Το πρόβλημα ήταν πως, σύμφωνα με τους κανονισμούς, η πρώτη επιλογή στο draft θα κρινόταν στο στρίψιμο ενός νομίσματος μεταξύ της χειρότερης ομάδας της Ανατολής και της χειρότερης της Δύσης. Και ήταν «πρόβλημα», διότι περίπου στα μισά της σεζόν, οι Rockets με το περσινό πρώτο πικ του draft, τον άτιμο τον Ralph Sampson, να κάνει double-double κάθε βράδυ, ήταν στο 20-26, ήταν πέντε παιχνίδια μπροστά  από την τελευταία θέση.

Σε αυτό το σημείο ξεκίνησε η «ύποπτη κατάρρευση» των Πυραύλων “1983–84 style”.

Στο υπόλοιπο της σεζόν, η ομάδα πήγε 9-27.

To αποκορύφωμα όμως ήρθε στο 81ο παιχνίδι της σεζόν, όταν οι Rockets κατέφυγαν σε απόπειρα ανθρωποκτονίας, προκειμένου να εξασφαλίσουν την ήττα, υποχρεώνοντας τον 38χρονο Elvin Hayes να αγωνιστεί 53 λεπτά στην ήττα 130-129 από τους Spurs, την ίδια στιγμή που το βασικό δίδυμο ψηλών του Houston Ralph Sampson-Caldwell Jones έμειναν στον πάγκο σε όλο το δεύτερο ημίχρονο και την παράταση…

Πάντως αποστολή εξετελέσθη: ο Elvin Hayes, όχι μόνο επέζησε, αλλά έκλεισε την καριέρα του με triple double και οι Rockets κατέληξαν με το χειρότερο ρεκόρ στη Δύση, μόλις μία νίκη λιγότερη από τους San Diego Clippers, κέρδισαν το στρίψιμο του κέρματος και πήραν την πρώτη θέση στο draft επιλέγοντας τον Olajuwon. Δύο χρόνια μετά κατέληξαν να παίζουν στους τελικούς του ΝΒΑ με ηγέτες τους “Twin Towers” Olajuwon-Sampson, που είχαν επιλέξει στην πρώτη θέση του draft σε συνεχόμενες χρονιές.

Αυτό είναι “Trust The Process”.

Flopping
flopping
/ˈflɒpɪŋ/
noun
INFORMALBASKETBALL

Με απλά λόγια: όταν οι παίκτες κάνουν αυτές τις βουτιές για να κερδίσουν ανύπαρκτα επιθετικά φάουλ.

OK, Boomer

Όπως και το 1520, όταν ο Hernán Cortés με το στρατό του πήγε στο Tenochtitlan και μαζί του έφερε ευλογιά που σκότωσε το 25% του πληθυσμού των Αζτέκων και μετέπειτα κατέστρεψε και την αυτοκρατορία των Ίνκας, η ιστορία είχε επαναληφθεί τέσσερις αιώνες αργότερα, όταν ένας μουσάτος άπλυτος Γιουγκοσλάβος εν ονόματι Vlade Divac προσγειώθηκε ανεμβολίαστος στην πόλη των Αγγέλων και κόλλησε όλο το ΝΒΑ των θανατηφόρο ιό3)too soon? του flopping.

E, όχι ακριβώς.

Ο shooting guard και επτά φορές πρωταθλητής με τους Celtics Frank Ramsey, την 9η του Δεκεμβρίου του σωτήριου έτους 1963, δημοσίευσε στο Sports Illustrated ένα κείμενο με τίτλο “Smart Moves By A Master Of Deception.”

Σε αυτό κείμενο ο Ramsey, είχε ένα manual με συμβουλές για όλους τους ανερχόμενους μπασκετμπολίστες όπως:

Πως να κερδίζετε επιθετικά φάουλ :

To να κερδίζεις επιθετικά φάουλ απαιτεί κυρίως την ικανότητα να δίνει μια συγκινητική παράσταση και να απευθύνεσαι στο σωστό κοινό. Δεν ξεχνώ ποτέ πού βρίσκονται οι διαιτητές όταν ξεκινάω μια παράσταση. Ο πιο εύκολος τρόπος να τραβήξεις τα βλέμματά τους είναι μια βουτιά. Ειδικά στην άμυνα, όταν όλα τα άλλα αποτυγχάνουν, βουτάω. Ευτυχώς, τυχαίνει να είμαι πλασμένος για αυτό, επειδή έχω ένα περίεργο στυλ τρεξίματος – πίσω στις φτέρνες, με τα γόνατά μου κλειδωμένα. Κάνει την πτώση πολύ εύκολη και φυσική για μένα.

Είμαι σε δύσκολη θέση. Ο αντίπαλος μου έχει πάρει το ντραιβ προς το καλάθι, εκτός κι αν μπω μπροστά του – και αυτό θα είναι σίγουρα αμυντικό φάουλ.

Αντ ‘αυτού, μετατοπίζω το βάρος μου για να βάλω όσο το δυνατόν περισσότερο το κορμί μου μπροστά του, χωρίς να κουνάω τα πόδια μου. Εάν ο διαιτητής είναι οπουδήποτε πίσω μου, θα φαίνεται σαν να είμαι ακριβώς μπροστά στον αντίπαλο.

Στη συνέχεια, στην πρώτη επαφή, πέφτω – λες και ο αντίπαλο έχει πέσει πάνω μου. Με λίγη τύχη, το φάουλ που έχω κάνει θα το σφυρίξουν στον άλλον.

Πως να μαρκάρετε στην μπάλα:

Όταν φυλάω τον παίκτη με την μπάλα και έρχεται επαφή, ξεχνώ την υπερηφάνεια μου….

Το να πέφτεις είναι το πιο ασφαλές. Θα παρατηρήσετε ότι καταρρέω στο ελάχιστο της επαφής. Αντιδρώ πριν τον επιτιθέμενο, έτσι να φαίνεται ότι προκάλεσε αυτός την επαφή.

Κι ο Kyle Lowry ούτε μονόστηλο στο Players Tribune.

Load Management

Definition: Load management is defined as the deliberate temporary reduction of external physiological stressors intended to facilitate global improvements in athlete wellness and performance while preserving musculoskeletal and metabolic health. Basically, you reduce the amount of training and/or competition an athlete takes on to help them recover better and perform better over the long term.

Με απλά λόγια: οι παίκτες τώρα είναι σοφτ και η κανονική περίοδος έχει χάσει πια την σημασία τους γιατί οι ντίβες του αθλήματος επιλέγουν να ξεκουράζονται.

Δώστε ρε ένα ΕΣΠΑ στο Forbes μπας και το βουλώσουν.

Το γεγονός είναι πως πλέον οι ίδιοι οι αθλητές έχουν συνειδητοποιήσει πως ακόμη και οι υπεράνθρωποι έχουν ένα πεπερασμένο αριθμό κούρασης σωματικής και ψυχολογικής στην οποία μπορούν να ανταπεξέλθουν. Eφόσον ο στόχος με τον οποίον θα κριθούν είναι οι τίτλοι και η κάθε σεζόν είναι ένας μαραθώνιος, τότε θα πρέπει να κάνουν κάποια συντήρηση δυνάμεων πριν την τελική ευθεία των playoffs (όταν γίνονταν τουλάχιστον playoffs).

Γι’ αυτό πλέον είναι πάγια τακτική στην λίγκα οι σταρ των ομάδων, είτε να ξεκουράζονται συμμετέχοντας λιγότερα λεπτά κατά τη διάρκεια των παιχνιδιών4)Όταν σηκώσει το βραβείο του MVP ο Γιάννης με τα 31 λεπτά ανά αγώνα θα γίνει ο MVP με το χαμηλότερος μέσος όρος συμμετοχής στην ιστορία είτε να μην συμμετέχουν σε παιχνίδια που στο πρόγραμμα έχουν χαρακτηριστεί ήσσονος σημασίας (βλέπε Kawhi Leonard ή τα διαβόητα DNP-Old των Spurs).

Παρολ’ αυτά, υπάρχουν πολλοί που αμφισβητούν αυτές τις πρακτικές – κι όχι μόνο ανάμεσα στους φιλάθλους που μπορεί να φάνε την ξενέρα να αγοράσουν εισιτήρια για ένα παιχνίδι και να μην δουν κάποιον σταρ – στις ομάδες που φοβούνται μην μειωθούν τα περιθώρια κέρδους τους, παρότι με μια μακριά πορεία στα playoffs  βγάζουν τα πολλαπλάσια από ένα τυχαίο αγώνα της κανονικής περιόδου.

Το τρανότερο επιχείρημά τους: ο καλύτερος όλων των εποχών χρειαζόταν ποτέ load management ωρέ;

O Jordan, ως ιδιοκτήτης των Hornets, πέρυσι είχε πει πως δεν πιστεύει στο load management γιατί οι παίκτες πληρώνονται για να παίζουν σε 82 παιχνίδια. Το οποίο και προφανώς αναφέρεται σε παίκτες των Hornets που, αφού δεν βλέπουν τα playoffs ούτε με κιάλια, το μάξιμουμ που μπορούν να αγωνιστούν κάθε σεζόν είναι 82 παιχνίδια.

Βέβαια μιλάμε για τον ίδιο Jordan, ο οποίος στο βιβλίο του “For The Love Of The Game” έχει γράψει πως ετοιμαζόταν να κρεμάσει τα παπούτσια του από το καλοκαίρι του 1992, που, μπορεί να ήταν μόλις 29 ετών, αλλά ένοιωθε εξαντλημένος μετά την συμμετοχή του στην Dream Team.

Και μιλάμε για τον Jordan που ήταν ο πρωτοπόρος του load management αφού παράτησε το μπάσκετ για δύο χρόνια μετά το πρώτο three-peat. Στο κείμενο που είχε κοινοποιήσει σε ΜΜΕ και οπαδούς, ο Jordan έλεγε πως έπρεπε να αποχωρήσει για δυο χρόνια από το άθλημα λόγω ψυχολογικής κούρασης. Δεν έχει αυτό ελάχιστη διαφορά από τον κάθε παίκτη που ξεκουράζεται κατά τη διάρκεια της περιόδου από έναν ασήμαντο αγώνα γιατί νοιώθει ενοχλήσεις ή απλά γιατί δεν την παλεύει;

Και χάρη στο αρχετυπικό αυτό load management του και μια σειρά playoffs που απλά ξεσκούριασε, ο MJ έφτασε στο δεύτερο three-peat. Το ερώτημα δεν είναι αν ο Jordan θα είχε 8 δαχτυλίδια αν δεν είχε αποχωρήσει, αλλά αν θα είχε κατορθώσει να είχε φθάσει τα έξι, αν δεν είχε ξεκουραστεί για αυτό τον ενάμιση χρόνο.

Σωστά, Σιτποστινγκ σελιδα με αοριστα ΝΒΑικη αισθητικη ;

NBA Beef in the Age of Friendship
beef
/biːf/
noun
noun: beef; plural noun: beefsMJ
  1. INFORMAL
    a complaint or grievance.
    “he has a beef with education: it doesn’t teach the basics of investing”
    What’s beef?
    Beef is when you need two Gats to go to sleep
    Beef is when your moms ain’t safe up in the streets
    Beef is when I see you
    Guaranteed to be in ICU, one more time
    What’s beef?
    Beef is when you make your enemies start your Jeep
    Beef is when you roll no less than 30 deep
    Beef is when I see you
    Guaranteed to be in ICU, check it

Με απλά λόγια: αυτή η φάση που είναι όλοι οι φίλοι μεταξύ τους και δεν υπάρχει πια ανταγωνισμός όπως τις παλιές καλές μέρες.

Αντί να στήνουν ραντεβού στην Λαυρίου να τις παίξουν, ξέρω ‘γω…

Υπάρχει πολύς κόσμος που ειλικρινά θεωρεί πως ένα βασικό πρόβλημα με το ΝΒΑ είναι ότι οι παίκτες είναι φίλοι μεταξύ τους κι έχουν καλές σχέσεις εκτός γηπέδου, αντί να στήνουν ραντεβού θανάτου όπως στο “Anchorman”.

Παλιά οι παίκτες ήταν ανταγωνιστικοί μεταξύ τους, γιατί έτρεφαν μίσος ο ένας για τον άλλον. Και δωσ’του τα παραδείγματα για το άσβεστο μίσος μεταξύ Larry Bird και Bill Laimbeer, παραβλέποντας πως ο Laimbeer ήταν περίπου όσο συμπαθής όσο ο Μπογδάνος κι ο Bird ήταν τόσο ψύχραιμος, όσο οποιοσδήποτε μεθυσμένος λευκός βλάχος που είχε σπάσει το χέρι του παίζοντας μπουκέτα σε ένα μπαρ κατά τη διάρκεια playoffs.

Το θέμα ότι ακόμη και τότε, στην εποχή που μεσουρανούσε ο MJ, ένας τόσο αδίστακτος ψυχοπαθής που κατόρθωσε να γίνει ο καλύτερος παίκτης όλων των εποχών, οι παίκτες γενικά είχαν καλές σχέσεις μεταξύ τους. Και δεν ήταν μόνο τα διαβόητα πάρτι που διοργάνωνε ο Magic στο Los Angeles. Ο ‘Nique είχε δικό του κλαμπ στην Atlanta, όπου, μετά από κάθε παιχνίδι εντός έδρας, υποδεχόταν τους παίκτες της αντίπαλης ομάδας σαν σωστός αμφιτρύων.

Και σε αυτό το κλαμπ δούλευε παρκαδόρος ο Shane The Shield, δηλαδή ο Jesse Pinkman before it was cool.

Μέχρι και ο Kobe, ίσως ο πιο ανταγωνιστικός καργιόλης στην ιστορία του αθλήματος είχε βγει για κλάμπινγκ μετά από αγώνα στο Milwaukee με τον Stephen Jackson.

Stat padding

Wikipedia Definition:

In sports, stat padding is an action that improves a player’s statistics despite being of little benefit to his or her team or its chance of winning. An example would be a gridiron football player throwing long passes with an empty backfield on first down in the fourth quarter of a game in which his team was already leading by a large margin.

Με απλά λόγια: αυτό που οι παίκτες κοιτάνε μόνο τα νούμερά του και δεν παίζουν για το καλό της ομάδας.

Ακόμη και στην σελίδα της Wikipedia για το stat padding, το παράδειγμα η πρώτη σεζόν που ο Russell Westbrook τελείωσε την σεζόν με μέσους όρους triple double, κερδίζοντας παράλληλα το βραβείο του Πολυτιμότερου Παίκτη της κανονικής περιόδου.

“Ο tempora o mores!”, με τους ξεδιάντροπους Thunder που επέτρεψαν στον Russ να πάρει τα αμυντικά rebound μετά τις βολές για να φουσκώσει τα στατιστικά του. Δεν πειράζει ότι κάθε φορά που ο Westbrook μάζευε ο ίδιος το rebound, μοχθούσε να τρέξει στο ανοιχτό γήπεδο και να βρει πόντους για μια επίθεση της Oklahoma που λόγω έλλειψης σουτ δεν μπορούσε να σκοράρει στο μισό γήπεδο. Το σκάνδαλο ήταν ότι ο Westbrook έγινε μόλις ο δεύτερος παίκτης στην ιστορία που τελείωσε μια σεζόν με στατιστικά triple double, φθάνοντας ένα ρεκόρ που κρατούσε μόνος του ο αξεπέραστος Oscar Robertson.

Γιατί ο Robertson είχε κατορθώσει να έχει triple-double μέσους όρους δίχως να κάνει stat padding. Απλά την σεζόν 61-62 το μέσο παιχνίδι ΝΒΑ είχε 126.2 κατοχές ανά 48 λεπτά, με το μέσο παιχνίδι σήμερα να έχει 96.4 κατοχές ανά 48 λεπτά. Μιλάνε για την σεζόν που ο Robertson έβαζε 30 πόντους κι έκανε triple-double κι ο Wilt Chamberlain είχε 50 (ΠΕΝΗΝΤΑ ολογράφως) πόντους μέσο όρο.

Ναι, αλλά ο Westbrook επαιζε στους Thunder που ήρθαν έκτοι στη Δύση με ρεκόρ 47-35. Εντάξει και οι Cincinnati Royals τελείωσαν με ρεκόρ 43-39 για τέταρτοι στις εννέα ομάδες της λίγκας.

Endorsements
endorsement
/ɪnˈdɔːsm(ə)nt,ɛnˈdɔːsm(ə)nt/
noun
noun: endorsement; plural noun: endorsements; noun: indorsement; plural noun: indorsements
  1. the action of endorsing someone or something.
    “the issue of full independence received overwhelming endorsement”

Με απλά λόγια: αυτό που τώρα οι αθλητές ασχολούνται με κάθε αηδία και σε αυτά τα ίσταγκραμ προμοτάρουν το οτιδήποτε είναι άσχετο με το μπάσκετ, όπως ο LeBron με το Taco Tuesday.

Λόγω της δημοφιλίας του ΝΒΑ, άλλα και της ορατότητας που απολαμβάνουν οι παίκτες του ΝΒΑ, απολαμβάνουν και μια αναγνωρισιμότητα που υπερβαίνει τα όρια απλά του αθλητικού χώρου. Αυτό φυσικά τους κάνει να είναι περιζήτητες αξίες στο χώρο του μαρκετινγκ και να εμφανίζονται σε διαφημίσεις που δεν έχουν καμία σχέση με το άθλημα. Παράλληλα, έχοντας συνείδηση της αξίας τους, μπορούν οι ίδιοι να χρησιμοποιούν την υπεραξία τους για να προωθούν δικά τους προϊόντα.

Αυτή η συνειδητοποίηση και η εργαλειακή χρήση της εικόνας τους από τους ίδιους έχει φυσικά προκαλέσει την γκρίνια, λες και δεν είχαμε τους Jordan και Bird να διαφημίζουν τα McDonalds. Το θέμα είναι ότι η χρήση των παικτών σε διαφημίσεις άσχετες με το χώρο δεν είναι αποτέλεσμα του ύστερου καπιταλισμού ή της κοινωνίας του Ιnstagram, αλλά υπήρχε από την πρώτη μέρα.

Και καμία διαφήμιση δεν ήταν πιο φαιδρή από αυτή του Bob Cousy.

Mια πιο ταιριαστή θα ήταν με τον Roy Tarpley να διαφημίζει την Budweiser

Τουλάχιστον οι τωρινοί παίκτες μπορούν να κάνουν διαφημίσεις και να προωθήσουν υγιείς ιδέες που μπορούν να αυξήσουν το προσδόκιμο ζωής μας κατά τη διάρκεια του εγκλεισμού, χωρίς να είναι καν σούπερσταρ.

Ρlayer Εmpowerment

Με απλά λόγια: αυτό που οι παίκτες κάνουν ότι θένε τις ομάδες τους και παίζουν όλοι μαζί. Ringer, ριχ’το!

Στις 9 Ιουλίου 1968, οι Φιλαδέλφεια 76ers αντάλλαξαν τον Chamberlain με τρεις παίκτες των Lakers: τον Darrall Imhoff, τον Jerry Chambers και τον Archie Clark.

Και κάπως έτσι οι Lakers Wilt, Jerry West και Elgin Baylor ενώθηκαν για το πρώτο superteam.

Ο τότε ιδιοκτήτης του 50% των Sixers, Ike Richman, που τύγχανε και δικηγόρος του Wilt, του υποσχέθηκε το μισό του μερίδιο, το οποίο θα εξασφάλιζε στον Chamberlain μερίδιο 25% στην ομάδα. Οι όροι ήταν αντίθετοι με τους κανόνες του πρωταθλήματος, έτσι αυτή δεν μπορούσε να είναι παρά μια προφορική συμφωνία που θα λάμβανε χώρα μετά την συνταξιοδότηση του Chamberlain. Ο Richman πέθανε από καρδιακή προσβολή κατά τη διάρκεια ενός παιχνιδιού Sixers-Celtics το 1965 και ο έτερος ιδιοκτήτης Irv Kosloff έκανε τον Κινέζο για την συμφωνία.

Ο Chamberlain τότε έθεσε ως τελεσίγραφο πως δεν θα έπαιζε, εκτός αν τον έδιναν στους Los Angeles Lakers, καθώς δεν ήταν απλά μια πανίσχυρη ομάδα με δυο σούπερσταρ, αλλά ο ίδιος φανταζόταν την επόμενη του μέρα στο L.A όπου θα μπορούσε να ακολουθήσει καριέρα ηθοποιού και να παίξει σε ταινίες όπως το sequel του Conan.

Μην έχοντας άλλη επιλογή, οι Sixers τον έδωσαν στους Lakers παίρνοντας σαν αντάλλαγμα το αντίστοιχο των Ivica Zubac, Josh Hart και Reggie Bullock.

Μέχρι τη στιγμή που ο Wilt μετακόμισε στο Λος Άντζελες, ήταν τέσσερις φορές MVP, πρωταθλητής του ΝΒΑ και επτά φορές κορυφαίος σκόρερ και ριμπάουντερ, ενώ είχε τελειώσει την προηγούμενη σεζόν πρώτος στις assists. O Baylor είχε τερματίσει στην πρώτη τριάδα της ψηφοφορίας για MVP τέσσερις φορές και είχε γίνει εννέα φορές All-NBA. Ο West ήταν έξι φορές first team All-NBA και είχε τερματίσει στην πρώτη τριάδα της ψηφοφορίας για MVP πέντε φορές.

Μιλάμε για εύκολα την πιο επιτυχημένη τριάδα στην ιστορία του αθλήματος κι αυτό χωρίς ουσιαστικό αντάλλαγμα, μιας και ο Chamberlain εκβίασε ότι δεν θα έπαιζε πουθενά αλλού, αφού χάλασε η συμφωνία με την αντίστοιχη Klutch Sports της εποχής.

Small Ball

In basketball, small ball is a style of play that sacrifices height, physical strength and low post offense/defense in favor of a lineup of smaller players for speed, agility and increased scoring (often from the three-point line)

Με λίγα λόγια: αυτό που οι ομάδες έχουν πετάξει στα αζήτητα τα χαλκέντερα σέντερ και έχουν τα κοντοπούτανα να τρέχουν σαν παλαβά λες και είναι Φιλιππινέζοι που παίζουν στην Μιχαλακοπούλου.

Με όλο τον κόσμο φέτος να εξανίσταται απέναντι στο μπάσκετ που παίζουν οι Rockets και την γενικότερη απέχθεια που είχαν νοιώσει οι λάτρεις του κλασσικού ΝΒΑ για την “Death Lineup” Warriors, έχει ξεχαστεί ο αυθεντικός πιονέρος και πιο αξιολάτρευτη φιγούρα ever, ο Nellie! Θα μπορούσε κανείς να πει πως οι πεντάδες που κατέβαζαν οι Rockets με Smith-Drexler-Ellie-Horry-Olajuwon ήταν οι πρόγονοι των Orlando Magic του Stan Van Gundy, αλλά το small ball γεννήθηκε λίγα χρόνια πριν στον τόπο και όπου δοξάστηκε.

Προφήτης του small ball ο Don Nelson με τους Bucks (όπου επινόησε ουσιαστικά την έννοια του “point forward” με τον ύψους 2,01 Marques Johnson) και με τους Warriors (όπου οι Run-TMC πλαισιώνονταν από τους Šarūnas Marčiulionis και Rod Higgins ύψους 2,04 στο ρόλο του center). Αλλά το magnus opus του ήταν οι “We Believe” Warriors.

Μετά από μια σειρά τραυματισμών στην κανονική περίοδο, ο Nellie ξεφορτώθηκε τους δυο ψηλούς του Troy Murphy και Ike Diogu και έχοντας απομείνει στην frontcourt μόνο με τον Andris Biedriņš, υποχρεώθηκε να κατεβάσει μια πεντάδα με τους Baron Davis, Monta Ellis, Jason Richardon, Stephen Jackson, Al Harrington! Το Nellie-ball είχε ρεκόρ 9-1 στην κανονική περίοδο και το Golden State κατόρθωσε να μπει οριακά στα playoffs όπου στην πιο καυλωτική σειρά αγώνων όλων των εποχών απέκλεισαν 4-2 το φαβορί για τον τίτλο, τους Dallas Mavericks του MVP της σεζόν Dirk Nowitzki.

The following two tabs change content below.

Mitsos Mavrakis

Χαζοχαρούμενος κουλτουριάρης για τους Τζιτζιφιώτες, χυδαίος κάγκουρας για όλους τους άλλους, ένα κιτς, παρτσακλό πολύχρωμο αγόρι, που γίνεται ένας λαϊκός καργιόλης όταν βλέπει/παίζει μπάσκετ (ή ακούει hip hop) o Μήτσος Μαυράκης νοιώθει απολύτως άνετα μόνο όταν είναι ανάμεσα στις γάτες ή όταν παραληρεί για το BallHog.

References
1 Δεν καταλάβατε; Δεν πειράζει, ευκαιρία να (ξανα)δείτε μια υπέροχη ταινία.
2 Noel, Embiid, Okafor, Simmons – μόνο center!!
3 too soon?
4 Όταν σηκώσει το βραβείο του MVP ο Γιάννης με τα 31 λεπτά ανά αγώνα θα γίνει ο MVP με το χαμηλότερος μέσος όρος συμμετοχής στην ιστορία