HogWatch: Winning Time (Part I)

Posted on Mar 21 2022 - 5:57pm by Aris Tolios

Το “Winning Time: The Rise of the Lakers Dynasty” είναι για τους μπασκετόφιλους το τηλεοπτικό γεγονός της χρονιάς. Κι αυτό διότι στο παρελθόν έχουμε δει πολλά και εξαιρετικά ντοκιμαντέρ για το μπάσκετ, έχουμε δει και κάποιες καλές ταινίες, αλλά είναι η πρώτη φορά που θα δούμε μια μπασκετική ιστορία να γίνεται μεγάλη τηλεοπτική παραγωγή. Και μάλιστα HBO!

Καθώς θα εξελίσσεται μυθοπλαστικά η ιστορία της ακμής των Lakers, βασισμένη στο ομώνυμο βιβλίο του Jeff Pearlman (που βασίζεται σε άπειρες ώρες μαρτυριών και συνεντεύξεων), το Ball Hog θα είναι δίπλα στα γεγονότα, σχολιάζοντας τα πιο αξιοσημείωτα κεφάλαια.

Προσοχή: ήπια spoilers ακολουθούν!

Γράφει ο Άρης Τόλιος.

Επί της αρχής: γιατί τώρα;

To “Winning Time” έγινε σειρά πρώτα και κύρια, διότι πολύ απλά για μια σειρά από λόγους (ενδεικτικά και όχι μόνο, ένα γενικευμένο ρεύμα πολιτισμικού και κοινωνικού νεοσυντηρητισμού), την τελευταία πενταετία έγιναν ξανά cool τα ’80s. Η επιστροφή της αισθητικής τους σε όλα τα επίπεδα, από την μόδα και τη μουσική (από το synthwave, το retro των chromatics ή το Michael Jackson revival του Weeknd) μέχρι τις εικαστικές τέχνες (vaporwave aesthetics και η προπαγάνδα της Pantone) , έθρεψε αναπόφευκτα και την κινηματογραφική/τηλεοπτική δημιουργία – και τράφηκε από αυτήν στη συνέχεια. Η επαναφορά της κουλτούρας των ’80s έγινε πραγματικότητα, είτε μέσω της αναβίωσης του ύφους τους (“Stranger Things”, “Dark”, “Us”), είτε μέσω της επικαιροποίησης του περιεχομένου τους από sequels και reboots (“Cobra Kai”, “Tron”, “Mad Max”, “Bill & Ted”, “Blade Runner”, “Top Gun”, “Coming to America”).

Παράλληλα, από πέρυσι έγινε cool σε μαζική κλίμακα και η αθλητική αφήγηση: η επιτυχία του “The Last Dance”, ανεξάρτητα από το αν άρεσε ή άξιζε, το ανέδειξε ως τηλεοπτικό φαινόμενο, την έναρξη του οποίου πολύ σοφά τα σπουδαία επιχειρηματικά πνεύματα του Michael Jordan και των ιθυνόντων του Netflix έσπευσαν να μεταθέσουν νωρίτερα μόλις ξέσπασε η πανδημία και αντιλήφθηκαν ότι ο κόσμος εν μέσω καραντίνας θα ξεσπάσει πρόσκαιρα σε πολύ συγκεκριμένες μορφές κατανάλωσης. Χωρίς να είναι το καλύτερο ντοκιμαντέρ όλων των εποχών, ούτε καν το καλύτερο αθλητικό, η επιτυχία του είναι αυτή που δημιούργησε το έδαφος για ότι ελπίζουμε θα ακολουθήσει στο εξής.

Και κατά τη γνώμη μας, πολύ άργησε. Η αφήγηση στον αθλητισμό, ειδικά στον αμερικάνικο, έχει το προτέρημα να αντανακλά πολύ άμεσα και λαϊκά όλο το πλαίσιο της εποχής και έτσι, να μπορεί να γίνεται σπουδαίο εργαλείο στα χέρια ενός ικανού δημιουργού. Στο παρελθόν, εννιά φορές στις δέκα κινηματογραφικές ή τηλεοπτικές παραγωγές ήταν από καλτ έως cringe, ακριβώς γιατί γύριζαν «από μέσα προς τα έξω»: στερεοτυπικοί χαρακτήρες (ο σκληρός προπονητής, ο ντροπαλός και βασανισμένος σούπερσταρ, οι κακοί που τον περιτριγυρίζουν με ναρκωτικά στο χέρι, κτλ), σύγκρουση μεταξύ τους, έκβαση, επιμύθιο ως η επιδιωκούμενη καθολική αλήθεια. Πλέον, με όλα τα μέσα στη διάθεση τους, οι κινηματογραφιστές μπορούν να βουτήξουν το χέρι τους στο μπολ με τις υπέροχες ιστορίες (ή υπέροχες ιστοριογραφίες ή μονογραφίες), να τραβήξουν μία και να βγάλουν τη μια εξαιρετική παραγωγή μετά την άλλη, ακριβώς γιατί θα μπορούν να την αφηγηθούν με βάρος στο context, δηλαδή «από έξω προς τα μέσα». Και αν, όπως στην περίπτωση των Lakers των ’80s, το κοινωνικό βάθος είναι πολύ περιορισμένο, θα πάρουμε μέχρι να σκάσουμε ύφος, αναφορές και αισθητική.

Δεν υπάρχει εδώ δράμα1)με εξαίρεση την ίδια την παραγωγή της σειράς, άνοδος και πτώση, μόχθος μέσα στο βούρκο και επιβράβευση – τους Magic, Worthy, Scott τους πήραν με αδιανόητες κλοπές στο ντραφτ, τον Kareem με (εντελώς Lakers) μεταγραφή, δεν τους πέθανε κανείς στα χέρια (όπως ο Len Bias), δεν είχε κανείς από τους 6-7 βασικούς τους παίκτες σοβαρό τραυματισμό μέσα στη δεκαετία και ακόμα και η δραματική πρόωρη διακοπή της καριέρας του Johnson τους βρήκε σίγουρα μετά το τέλος της δυναστείας τους. Αλλά να πάρει η ευχή, έχει φανταστική μουσική, αλησμόνητα ρούχα, υπέροχη ίντριγκα και entertainment value όσο δεν πάει.

Hey, θέλετε να μου πείτε πως τελικά ο Jerry West δεν είναι αυτός ο κουλ γεράκος που είναι πίσω από όλες τις καλές μεταγραφές, αλλά ένας αλκοολικός ψυχαναγκαστικός μανιακός που δεν ήθελε τον Magic Johnson;

OK, εδώ εισέρχεται και μια δόση ποιητικής αδείας.

Οι Lakers, ανάμεσα στους ατελείωτους αποπροσανατολισμούς και θόρυβο του να ζεις και να παίζεις μπάσκετ στο LA, είχαν την τύχη να δημιουργήσουν μια αλυσίδα προσώπων που τους πλοήγησαν με ασφάλεια από τον τίτλο του ’72 μέχρι τον 21ο αιώνα. Αμέσως μετά το πρωτάθλημα με τον Bill Sharman στον πάγκο, σε θέση GM ανέλαβε ο Pete Newell, ο προπονητής-θρύλος του California, τον οποίον γνώριζε καλά ως αντίπαλος του στον τελικό του NCAA το ’59 ο West2)O West, έχει το «προνόμιο» να είναι, εκτός από τον μοναδικό Finals’ MVP που δεν κατέκτησε τον τίτλο, ένας από τους εννιά Most Outstanding Players στο κολέγιο που δεν κατέκτησαν το πρωτάθλημα…. Mετά από λίγα χρόνια, ανέλαβε ο Sharman GM, αφήνοντας τη θέση του προπονητή στον West και μετά από λίγα χρόνια, ο Sharman Πρόεδρος, ο West GM και ο Riley προπονητής.

Κεντρική φιγούρα και παράγοντας σταθερότητας για μια δεκαετία για ένα franchise που προσπαθούσε να βρει ταυτότητα, ήταν ο Sharman. Όταν στα χρόνια ανάμεσα στους τίτλους του ’72 και του ’80, τα πάντα πήγαιναν στραβά, ο Sharman τα έκανε όλα σωστά: έπεισε τον Kareem ότι θα λατρεύει το Ισλάμ καλύτερα στο Los Angeles από ότι στο Milwaukee, έβγαλε το μνημειώδες trade με το Cleveland για τον James Worthy, στράγγιξε υπεραξία past their prime από τους Mitch Kupchack και Bob McAdoo, παραλίγο να βγάλει και από τον Spencer Haywood αλλά η κοκαΐνη ήταν ανίκητη, ήταν αυτός που προσέλαβε τον Paul Westhead και ήταν αυτός που απέλυσε τον Westhead για να προσλάβει τον Riley. Και φυσικά, ήταν απόλυτα σοβαρός και αυστηρός. Και φωνακλάς – τόσο που οι φωνητικές του χορδές έπαθαν ανεπανόρθωτη ζημιά μετά από τη σεζόν 1971-72, επιδεινούμενες μέχρι τη στιγμή που έχασε εντελώς τη φωνή του.

Από την άλλη, αυτή η απεικόνιση μιας σχεδόν μανιακής καρικατούρας στο πρόσωπο του Jerry West, είναι σύμφωνα με όλες τις οπτικές, ανακριβής. Και η αλήθεια είναι ότι αντιθέτως ο West ήταν μια βασανισμένη ψυχή, με καταπίεση και απωθημένα πολύ νωρίτερα προτού δει για μια δεκαετία τους Celtics να συντρίβουν την φιλοδοξία του, με κάθε πιθανό και απίθανο τρόπο. Μεγάλωσε σε μια οκταμελή παμφτωχή οικογένεια, κάπου στη Δυτική Virginia3)Σύμφωνα με την απογραφή του 2010, το Chelyan, το μέρος που γεννήθηκε ο Jerry West είχε πληθυσμό 776 κατοίκους…, χωρίς ουσιαστικούς φίλους ή κοινωνικό περίγυρο και μόνη του συντροφιά το μπάσκετ, ιδιαίτερα από τη στιγμή που ο αδελφός του σκοτώθηκε στα 21 του στον Πόλεμο της Κορέας το ’52. Το μπάσκετ παράλληλα του έδινε και περιεχόμενο να μένει μακριά από το σπίτι, όπου επικρατούσε η συστηματική κακοποίηση, ιδιαίτερα από τον πατέρα του – σε σημείο, κατά ομολογία του, να κοιμάται συχνά έχοντας μια γεμάτη καραμπίνα στο πλάι, προκειμένου να προστατέψει τον εαυτό του.

Για να μην επεκταθούμε περαιτέρω, αξίζει να αφιερώσετε περίπου μια ώρα για να δείτε την πολύ ιδιαίτερη συνέντευξη (σε κομμάτια) που έδωσε πριν από μερικά χρόνια ο West στον Graham Bensinger.

Και αν στα παραπάνω προσθέσουμε πως το ασθενικό του frame (που για χρόνια αναπλήρωνε με βιταμίνες) απέτρεψε τους προπονητές του αρχικά να ασχοληθούν μαζί του στο σχολείο, ο West έμαθε να αντικαθιστά ότι μειονέκτημα ή δυσκολία είχε μόνο με σκληρή δουλειά και αυταπάρνηση. Με αυτή την έννοια, ο “Mr. Logo” από την Virginia έμοιαζε λιγότερο στον Magic και περισσότερο στο παιδί-θαύμα που είχαν ήδη ντραφτάρει ένα χρόνο πριν στο #6 οι Celtics και είχε αναμετρηθεί επάξια με τον Johnson στον τελικό του NCAA μήνες πριν: «βλάχος», σωματικά ελάχιστα προικισμένος, σκληρός εργάτης, πνευματικά ατσάλινος, μια μπασκετική ιδιοφυΐα γεννημένη στις λάσπες των πιο απίθανων σημείων της αμερικανικής επαρχίας. Αν όλη η δεκαετία που ακολούθησε καθορίστηκε από την καθολική αντίθεση των Magic Johnson και Larry Bird, πως να θέλει o “Zeke from Cabin Creek” να ντραφτάρει έναν παίκτη που δεν ήταν σίγουρος ότι θα μπορούσε – ελλείψει ικανότητας στο σουτ – να προσφέρει στο μισό γήπεδο, ίσως δυσκολευόταν να ακολουθήσει τους γρήγορους guards του ΝΒΑ, δεν χρειαζόταν ιδιαίτερα (αφού είχε ήδη τον Norm Nixon) και δεν ήταν στο μυαλό του σε καμία περίπτωση παίκτης ικανός να πεθάνει στο παρκέ για το hustling;

Ίσως από την άλλη, ο West να φαίνεται σαν μίζερος μέσα στο πάρτι που μόλις ξεκινούσε επειδή δεν καταλάβαινε ακριβώς τι συνέβαινε ή ποιος ο λόγος για τέτοια χαρά. Η αμήχανη και ανυπόμονη έκφραση του όπως απεικονίζεται μόλις έχει κατακτήσει το πολυπόθητο πρωτάθλημα μάλλον είναι αρκετά σωστή, αφού με δικά του λόγια, χρειάστηκε να περάσουν τρεις μέρες για να συνειδητοποιήσει πως μπορεί να χαρεί το «Έβερεστ» του.  Μάλιστα, το πρώτο συναίσθημα που αναφέρει ο ίδιος ο Mr. Logo ότι ένιωσε τότε ήταν ο τίτλος του τραγουδιού της Peggy Lee – και του δεύτερου επεισοδίου της σειράς – “Is that all there is?”.

Για έναν άνθρωπο που είχε μεγαλώσει μέσα στην ανηδονία και βάδισε στο μεγαλύτερο μέρος της ζωής του μαζί με την κατάθλιψη και την αϋπνία, η πλήρωση ερχόταν αποκλειστικά και μόνο από την προσπάθεια και όλες οι επιτυχίες ήταν πρόσκαιρες σαν μια «ξεπέτα» – ένα “one night stand” όμοιο με αυτό που τον βλέπουμε στη σειρά.

Το οποίο, βέβαια, οφείλουμε να ομολογήσουμε ότι μας έφερε σε πολύ αμήχανη θέση, αφού δεν είχαμε στο μυαλό μας ότι αυτός ο καλός κυριούλης κάνει τέτοια πράγματα. Τέλος πάντων.

Συνοπτικά, λοιπόν, ο West είχε σοβαρό πρόβλημα να ταυτιστεί με το θετικό κλίμα που μανιωδώς προσπαθούσαν να επιβάλλουν ο Jerry Buss και ο Magic Johnson, αν και – για να τα πούμε και αυτά – η σχέση του με τους δύο παρέμεινε εγκάρδια και χωρίς ουσιαστικές προστριβές σχεδόν στο σύνολο της.

Τούτων δοθέντων, με το συμπάθειο κιόλας, αλλά όσο και «έξω από το κουτί να σκέφτεσαι», η πεντάδα Norm Nixon – Sidney Moncrieff (αυτός που ήθελε στο #1 ο West αντί του Magic) – Jamaal Wilkes – Jim Chones (μετά το meltdown του Spencer Haywood) – Kareem Abdul-Jabbar θα ήταν εξαιρετική. Ακόμα και με σημερινούς όρους.

Οι μεγάλες κόντρες που δεν γνωρίζαμε
Magic Johnson v. Norm Nixon

Μη βιάζεστε να πάρετε θέση σε αυτή τη διαμάχη – αν αποφασίζουμε για αυτή βάσει υστεροφημίας, τότε o Darius Miles και ο Carlos Boozer θα έπρεπε να εξοστρακιστούν από τον πλανήτη Γη.

Ο Nixon ήταν ένας πραγματικά καλός βετεράνος guard4)και δεινός παίκτης τάβλι σύμφωνα με τον πεθερό ενός συντάκτη του BallHog, βγαλμένος από εργοστάσιο, όπου παράγονταν κοντοπίθαροι floor generals με συγκεκριμένα καθήκοντα: να ταΐζουν καλά τον ψηλό, να σουτάρουν από το midrange μετά από φονική ντρίπλα και να κλέβουν μπάλες. Τέτοιους ήταν που φοβόταν ο Jerry West ότι θα εξέθεταν ανεπανόρθωτα το #1 του ντραφτ, όμως, αρχικά ο Magic εκτέθηκε ανεπανόρθωτα από τον ίδιο τον παίκτη που θα αντικαθιστούσε – τουλάχιστον στη σειρά του ΗΒΟ. Σε ένα πάρτι του Donald Sterling στην Playboy Mansion, οι δυο τους ήρθαν πρόσωπο με πρόσωπο για πρώτη φορά και αποφάσισαν να μετρήσουν το ταλέντο τους σε μια μπασκέτα, εκεί πλάι στην πισίνα. Στο μονό ο Nixon εκμεταλλεύτηκε ότι, σε αντίθεση με τον αντίπαλο του, φόραγε χαμηλό μοκασίνι χωρίς τακούνι και διέσυρε τον νεαρό Johnson σε στιλ «εσύ θα μου φας τη θέση ρε;».

Βεβαίως, το συγκεκριμένο περιστατικό μάλλον δεν συνέβη ποτέ, όπως δεν είναι και καταγεγραμμένη κάποια κόντρα των δύο guards (τουλάχιστον στην αρχή, το αντίθετο), όσο κι αν είναι σαφές ότι από τη στιγμή που ο Dr. Buss επέμεινε οπωσδήποτε να ντραφταριστεί ο Johnson, η κλεψύδρα της παραμονής του Nixon στους «Λιμνάνθρωπους» είχε γυρίσει ήδη ανάποδα. Το ίδιο ισχυρίζεται και ο DeVaughn Nixon που παίζει τον χαρακτήρα του πατέρα του (!) Norm, αν και ποιος ξέρει, ίσως ο τελευταίος βλέποντας μια υποθετική (;) αναπαράσταση του διαγωνισμού τους για τη θέση του βασικού point guard, να χαμογέλασε και λίγο.

Jerry Buss v. Red Auerbach

“Fictionalized” είναι επίσης και η διπλή συνάντηση του Jerry Buss με τον Red Auerbach (που τον παίζει ο Βοστωνέζος και απόφοιτος του Boston University, δηλαδή bleed green όσο δεν πάει, Michael Chiklis). Σε αυτήν, ο Buss προσεγγίζει τον Red σαν ένα γεροπαράξενο σαμάνο, τον οποίο θα γοητεύσει ώστε να του δώσει την ευλογία του. Και ο Red βλέπει τον Buss σαν έναν χαζοχαρούμενο κλαρινογαμπρό, από τον οποίο θα στραγγίξει μερικά κακά συμβόλαια τσάμπα.

Η αλήθεια είναι ότι η σύγκρουση τους είναι σύγκρουση πολιτισμών. Ο Auerbach γεννήθηκε και μεγάλωσε μέσα στο μπάσκετ του Brooklyn (γιατί, όπως έλεγε, «το μπέιζμπολ και το φούτμπολ είχαν πολύ ακριβο εξοπλισμό»), έπαιξε σπουδαίο μπάσκετ στο George Washington και έγινε προπονητής των Celtics στα 33 του – ήταν, όπως λέει και ο Chiklis, «ο ίδιος μπάσκετ». Ο Buss ήταν ένας ωραίος τύπος που – σύμφωνα με τη σειρά, αλλά ίσως και όχι – είπε στα διαλείμματα ανάμεσα σε όργια «έι, πλάκα έχει αυτό το μπασκετάκι, μοιάζει με το σεξ που μόλις έκανα, ας επενδύσω σε αυτό».Ο Auerbach αντιμετώπιζε το παιχνίδι, ως μια καλοκουρδισμένη μηχανή που προσφέρει απόλαυση μέσα από τη σωστή λειτουργία της κάθε μα κάθε φορά. Ο Buss ως ένα ωραίο θέαμα και μια καλή αφορμή για μια ωραία, γεμάτη έξοδο. Ο αιφνιδιασμός στο “fast break” του Auerbach έφερνε εύκολους πόντους και νίκες. Ο αιφνιδιασμός στο “Showtime” του Buss έφερνε κατανάλωση – και νίκες.

O Auerbach προσιδιάζει περισσότερο στον Jerry West, μη μπορώντας να βρει την απόλαυση πουθενά παρά μόνο στη διαδικασία μέχρι την επιτυχία. O Jerry Buss ήταν η απόλαυση προσωποιημένη, μια σπάνια διάψευση του φροϋδικού ευνουχισμού. O Auerbach είναι η G.I. Generation που πολέμησε στον πόλεμο και μέσα από σαφείς ρόλους φύλου έκανε το Baby Boom. Ο Buss είναι οι Boomers που μέσα στη σεξουαλική απελευθέρωση γέννησαν τη Generation X. Ο Auerbach ανήκει στην γενιά του μεταπολεμικού φορντισμού, της κυριαρχίας του βιομηχανικού κεφαλαίου. Ο Buss ανήκει στη γενιά του νεοφιλελευθερισμού, της κυριαρχίας του χρηματιστικού κεφαλαίου.

Magic Johnson v. Brian η καβάτζα

Μεγάλες μονομαχίες για μεγάλα επίδικα έχουν λυθεί στην αρένα ενός ανοιχτού γηπέδου.

Η μονομαχία νεοναζί και μαύρων για τον έλεγχο στο γηπεδάκι του Venice Beach στο “American History X”.

Η μονομαχία του Jesus Shuttlesworth με τον πατέρα του Jake για το αν θα πάει να παίξει κολεγιακό μπάσκετ στο Big State στο “He Got Game”.

H μονομαχία του Kyle με τον Shep στο “Above the Rim”. Τώρα, για το επίδικο θα σας γελάσουμε, έχει να κάνει ή με το ότι ο Shep τα έχει με τη μαμά του Kyle ή με το ότι Kyle θέλει να μπει στη συμμορία του Birdie, παρότι ο τελευταίος μόλις σκότωσε τον Flip ή με το ότι ο Shep με τον Birdie είναι αδέλφια. Τέλος πάντων, σκοτώνεται ο Birdie αργότερα (και δυο χρόνια μετά και ο Tupac), οπότε ποτέ δεν θα μάθουμε τι διακυβευόταν σε εκείνο το μονό.

Η ουσία είναι ότι στα ανοιχτά γήπεδα έχουν κριθεί σοβαρά ζητήματα5)Μια και που ο κόσμος μας μοιάζει με αεροπλάνο που πέφτει, νιώθω την ανάγκη να μοιραστώ κάτι για να το βγάλω από μέσα μου: μόνιμα κουβαλάω στο πορτ μπαγκάζ μια μπάλα του μπάσκετ, true story. Ο ψυχαναγκασμός μου μου επιβάλλει να έχω πάντα τη δυνατότητα να παίξω ένα μπασκετάκι αν πάω κάπου. Στο κάτω κάτω, μπορεί αυτό να είναι η λύση και να με γλιτώσει κι από μπελάδες. Και είτε το πιστεύετε είτε όχι, όσο την έχω πίσω στο αμάξι, δεν έχω μπλέξει!.

Ε, ένα από αυτά δεν ήταν το ξεφτίλισμα που επεφύλαξε ο Magic Johnson, ένα παναμερικανικό φαινόμενο σε λύκειο και κολέγιο, στον καημένο τον Brian από την εκκλησία της μαμάς του, μόνο και μόνο επειδή τα έφτιαξε με την Cookie.

Από την πλευρά μας, εμείς έχουμε να πούμε μπράβο του που ξηγήθηκε έτσι στον Brian. Και ως σωστό αρσενικό, βέβαια, έπαιξε για να διεκδικήσει ξανά την καρδιά της συμφοιτήτριας του στο Michigan, ώστε μετά από 12 χρόνια, έναν γιο με άλλη γυναίκα και random σεξ σε καθημερινή βάση χωρίς προφυλάξεις με πολλαπλές συντρόφους, να την παντρευτεί κιόλας. Σπαθί ο τύπος.

Jeanie Buss (feat. Antoine Fuqua) v. Winning Time: The Rise of the Lakers Dynasty

Γενικά η Jeanie Buss έχει περάσει και καλύτερες μέρες. Οι Lakers σέρνονται, το καλοκαίρι μπορεί όλο το franchise – από τον Rob Pelinka και τον Frank Vogel μέχρι τους superstars της ομάδας – να ανατιναχτεί, στις άπειρες διαμάχες της, προεξαρχούσης αυτή με τον αδελφό της Jim, απέκτησε άλλη μία με τον Jerry West και τώρα, εμφανίζεται μια σειρά που οδεύει προς επιτυχία, χωρίς να εμπλέκεται η ίδια στην παραγωγή με οποιονδήποτε τρόπο.

Είναι αυτό τόσο μεγάλο πρόβλημα;

Τεράστιο, αν σκεφτούμε ότι περίπου ένα χρόνο πριν, στον απόηχο της μεγάλης επιτυχίας του “The Last Dance” είχε συμφωνήσει με την Hulu για τη δημιουργία ενός ντοκιμαντέρ σε εννιά μέρη, με σκηνοθέτη των Antoine Fuqua και streaming μέσα στο 20226)Και που να ισχύουν οι φήμες ότι το ΗΒΟ προετοιμάζει και δεύτερη σεζόν που θα αναφέρεται στους “Shaq & Kobe Lakers”.

Και αν τυχόν δεν έχετε γκώσει από Lakers drama μέσα στο 2022, εκτός από το κουραστικό αυτή τη στιγμή στους Lakers (κυρίως γύρω από τον Westbrook και όχι μόνο), όλες τις free agency και trade deadlines από την απόσυρση του Kobe και έκτοτε, τον ατελείωτο βυζαντινισμό στη διοίκηση, θα βγει και ένα ντοκιμαντέρ για τον Magic στο AppleTV+ προτού ακόμα τελειώσει το “Winning Time” στο ΗΒΟ.

Λυπηθείτε μας.

The following two tabs change content below.

Aris Tolios

Αναγνώστης του The Ball Hog, βρέθηκε σε αυτό επειδή είχε μπάρμπα στην Κορώνη, για να προσθέσει το τελευταίο λιθαράκι γραφικότητας. Έχει αγαπήσει με τη σειρά τους Suns, τους Sonics, τους Knicks, τους Clippers, τους Mavericks, τους Warriors και τους Hornets, αλλά πιο πολύ θα παραμένει ταγμένος στη Δύση (και ειδικά στην Pacific). Φτερνίζεται λέξεις σε χιλιάδες και νιώθει περήφανος που σε κάθε κείμενο, η πλατφόρμα του επισημαίνει πως οι προτάσεις του παραείναι μεγάλες. Έχει σταματήσει να ανησυχεί και έχει μάθει να αγαπά τον αναπόφευκτο υποκειμενισμό και ζει για να περνάει καλά, διαβάζοντας μεγάλα κείμενα. Γράφει για τον εαυτό του στο τρίτο ενικό.

References
1 με εξαίρεση την ίδια την παραγωγή της σειράς
2 O West, έχει το «προνόμιο» να είναι, εκτός από τον μοναδικό Finals’ MVP που δεν κατέκτησε τον τίτλο, ένας από τους εννιά Most Outstanding Players στο κολέγιο που δεν κατέκτησαν το πρωτάθλημα…
3 Σύμφωνα με την απογραφή του 2010, το Chelyan, το μέρος που γεννήθηκε ο Jerry West είχε πληθυσμό 776 κατοίκους…
4 και δεινός παίκτης τάβλι σύμφωνα με τον πεθερό ενός συντάκτη του BallHog
5 Μια και που ο κόσμος μας μοιάζει με αεροπλάνο που πέφτει, νιώθω την ανάγκη να μοιραστώ κάτι για να το βγάλω από μέσα μου: μόνιμα κουβαλάω στο πορτ μπαγκάζ μια μπάλα του μπάσκετ, true story. Ο ψυχαναγκασμός μου μου επιβάλλει να έχω πάντα τη δυνατότητα να παίξω ένα μπασκετάκι αν πάω κάπου. Στο κάτω κάτω, μπορεί αυτό να είναι η λύση και να με γλιτώσει κι από μπελάδες. Και είτε το πιστεύετε είτε όχι, όσο την έχω πίσω στο αμάξι, δεν έχω μπλέξει!
6 Και που να ισχύουν οι φήμες ότι το ΗΒΟ προετοιμάζει και δεύτερη σεζόν που θα αναφέρεται στους “Shaq & Kobe Lakers”