The Ball Hog: Aναλύοντας τον Stephen Curry

Posted on Nov 19 2015 - 11:22pm by Stavros Marinos

“Πολύ κατώτερος των NBA standards, σε δύναμη, εκρηκτικότητα και αθλητικότητα.”

“Δεν μπορεί να παίξει point guard, και μια ομάδα NBA δεν μπορεί να βασιστεί σε αυτόν για οργάνωση.”

“Κακός αμυντικός λόγω σωματότυπου. Δεν ξέρει να ξεφεύγει από screens.”

“Παρ’ότι καλός σουτέρ, καταχράται τα σουτ τριών πόντων.”

“Λόγω των παραπάνω θα του είναι δύσκολο να προσαρμοστεί σε επαγγελματικό επίπεδο, όπου θα σουτάρει πολύ λιγότερο.”

Αυτά και πολλά ακόμα λέγονταν (μέχρι ενός σημείου δικαιολογημένα) για τον Steph Curry, από τα σοφά player reviews στα οποία αναλωνόμαστε κάθε off-season, προσπαθώντας να μαντέψουμε, σαν wannabe GMs, τί ἐστί ο κάθε νέος πολυεκατομμυριούχος έφηβος που θα μας απασχολεί για τουλάχιστον την επόμενη δεκαετία. Μετά την αδιαμφισβήτητη κατάκτηση του περσινού πρωταθλήματος, με μπάσκετ που περισσότερο θυμίζει σκηνοθετημένη ταχυδακτυλουργία από το Now You See Me, ήρθε η στιγμή να αναστοχαστούμε την αξία του καλύτερου σουτέρ που έχει πατήσει ποτέ σε παρκέ μπάσκετ.

Ο κοκαλιάρης Stephen, γιος του ρολίστα-σουτέρ Dell Curry (τον όποιο πέρασε σε εύστοχα τρίποντα καριέρας πριν λίγες μέρες) επιλέχθηκε στο #7 του draft του 2009, εκείνου που περιελάμβανε στο #1 και στο #3 τους Blake Griffin και James Harden. Για το κωμικοτραγικό της υπόθεσης, δύο θέσεις μπροστά από τον MVP, ο πιθανώς χειρότερος GM που έχει περάσει, David Kahn των Minnesota Timberwolves, είχε την επιφοίτηση να αγνοήσει τον Steph, και με τα δύο picks της ομάδας να διαλέξει δύο άλλα PGs: τους Ricky Rubio και Johnny Flynn στο #5 και #6, καταδικάζοντας τους Λύκους σε πολλά χρόνια ξηρασίας, αλλά αυτό είναι ένα παραμύθι μιας άλλης ιστορίας.

Επί του θέματος, το ζήτημα του άρθρου δεν είναι η βιογραφία του παίχτη, αλλά μια ματαιόδοξη προσπάθεια να κατανοήσουμε πραγματικά, όχι μόνο την επιβράβευση με το περσινό MVP award και τις εξωπραγματικές φετινές του επιδόσεις, αλλά και το γιατί είναι ένας από τους ελάχιστους παίχτες στην ιστορία που ανάγκασε το άθλημα να αλλάξει για χάρη του.

Τα ρεκόρ

Κύριοι (και κυρίες; Αλήθεια τώρα;), έχετε συνειδητοποιήσει πόσο καλός σουτέρ είναι το αγαπημένο πλέον παιδί της Αμερικής; Ας αρχίσουμε από τα προφανή: Στις 5 από τις 6 πρώτες χρονιές που στο NBA, έχει βρεθεί στους οδηγούς της λίστας με τα περισσότερα εύστοχα τρίποντα σε μια σεζόν. Μόνο το 2010-11 δεν το κατάφερε, κι αυτό λόγω μειωμένων αγώνων, ελέω lockout και τραυματισμών. Στην πρώτη του χρονιά, με 166 τρίποντα, εκτός του ότι μπήκε στους 150 πρώτους στην ιστορία στη σχετική κατηγορία (single season leaders – μεταξύ χιλιάδων επιδόσεων), ήταν μέσα στους μόλις 25 από αυτούς που έχουν καταφέρει να ευστοχήσουν τουλάχιστον σε τόσα, με ποσοστό πάνω από 43%. Πόσοι από αυτούς το πέτυχαν στην rookie χρονιά τους εκτός του Curry; Κανείς! Εννοείται πως έθεσε το ρεκόρ για περισσότερα 3s σαν πρωτοεμφανιζόμενος. Ένα ρεκόρ που έσπασε ο Damian Lillard το 2012-13, αλλά με ποσοστά γάμου Καραγκιόζη, ήτοι 36%.

Τη δεύτερη χρονιά του, το 2010-11, παρέμεινε σε κορυφαία ποσοστά από την περίμετρο, και μάλιστα ελαφρώς βελτιωμένα, με 44,2%, ξαναμπήκε στους top 150 σε single season ρεκόρ και έγινε ο παίχτης με τα περισσότερα τρίποντα τις δύο πρώτες χρονιές καριέρας. Και αυτό το ρεκόρ, βέβαια, ξεπεράστηκε λίγο αργότερα από τον συμπαίχτη του Klay Thompson και τον Damian Lillard, αλλά και οι δύο με χειρότερα ποσοστά.

Η σεζόν 2011-12 συνεχίστηκε με ακόμα μεγαλύτερη ευστοχία και συγκεκριμένα με 45% στα τρίποντα και 49% συνολικά. Νούμερα  ανεπανάληπτα από καθαρό PG. Οι μόνοι παίχτες που πραγματοποίησαν κάτι τέτοιο στο παρελθόν, με πάνω από 2 εύστοχα τρίποντα σε κάθε παιχνίδι, ήταν οι Steve Nash (δις), Ray Allen και Kyle Korver τη σεζόν 2104-15.

Οι τελευταίες δύο χρονιές (2013-15), από κορυφαίες, εξελίχτηκαν σε διαχρονικές. Ο Curry διέλυσε το ρεκόρ συνολικών τρίποντων και τις δύο σεζόν, διατηρώντας ιστορικά επίπεδα ευστοχίας εντός κι εκτός περιφέρειας.

2015-2016

Πτώση γνάθου1)Απελπιστική ελληνική μετάφραση του “jaw dropping” προκαλούν τα πάμπολλα ρεκόρ-facts που ο Curry ξεπερνάει και φέτος. Για να μην επικεντρωνόμαστε αποκλειστικά στο σουτ, η γενικότερη ανωτερότητά του έχει αγγίξει τρομοκρατικά (too soon?) επίπεδα. Παρά το μικρό δείγμα, στα πρώτα 11 παιχνίδια της σεζόν έχει PER 35,40. Πριν χειροκροτήσετε αμήχανα, το PER (Player Efficiency Rating) είναι μια άκρως πολύπλοκη all-in-one φόρμουλα, που αποτιμά την παραγωγικότητα ενός παίχτη σε ένα νούμερο, συμπεριλαμβάνοντας κάθε στατιστική κατηγορία, προσαρμοσμένη στα λεπτά συμμετοχής, αλλά και το pace της ομάδας. Το 35,40, όχι μόνο τον τοποθετεί ιστορικά πρώτο για single-season ρεκόρ, αλλά είναι μίλια μπροστά από τους υπόλοιπους θρύλους (Chamberlain, Jordan, LeBron). Παρ’όλο που το PER δεν αποτελεί πανάκεια για την εκτίμηση της αξίας ενός παίχτη, είναι σίγουρα μια πολύ καλή ένδειξη.

Σχετικά με τα τρίποντα, μπορούμε να ξεκινήσουμε την απλή σκέψη πως φέτος ευστοχεί σε 5,2 τρίποντα ανά παιχνίδι, δηλαδή σε πιο πολλά από τις περισσότερες ομάδες το 1994, όταν το NBA είχε μειώσει, για τρία χρόνια, την απόσταση από το τρίποντο2)Γκουχ… “Jordan Rule”., στα 6,7 μέτρα. Ακόμα και με σύγχρονα δεδομένα, από την πρεμιέρα μέχρι και την ώρα που γράφονται αυτές οι γραμμές3)18.11.2015, έχει πετύχει 57 τρίποντα, ενώ όλο το ρόστερ των Timberwolves και Nets είναι στα 52 και 43 αντίστοιχα. Κι όλα αυτά, σε σχετικά μικρό χρόνο συμμετοχής (συγκριτικά με άλλους αστέρες) και χωρίς να παίζει συχνά στο 4ο quarter, όπου οι Warriors συνήθως έχουν πάρει προχωρημένη διαφορά.

Η διαφορά

Είναι πλέον κοινώς αποδεκτό, ακόμα κι από τα 27 του, πως είναι ήδη ο καλύτερος σουτέρ που έχει εμφανιστεί σε γήπεδα. Υπό φυσιολογικές συνθήκες, αν η καριέρα του κυλήσει ομαλά, θα σπάσει τα περισσότερα ρεκόρ και σε συνολικούς αριθμούς καριέρας, εκτός από μέσους ή επί μέρους, όπως το έχει ήδη κάνει. Τί είναι αυτό όμως που τον διακρίνει από τους υπόλοιπους θρύλους; Πώς γίνεται να παραδεχόμαστε κάτι τόσο βαρυσήμαντο, όταν ο γιγάντιος Ray Allen δεν έχει ακόμα αποσυρθεί επισήμως, όταν πριν λίγους μήνες ο Kyle Korver ευστόχησε σε τρίποντο σε 127 συνεχόμενους αγώνες, όταν ακόμα μια μεγάλη μερίδα φαντασιόπλητκτων από τη νοσταλγία του παρελθόντος φιλάθλων πιστεύει πως ο Reggie Miller ήταν καλύτερος; Για να μην μιλήσουμε για τον Larry Bird πάλι, έτσι;

Η συντριπτική πλειοψηφία των γνωστών μεγάλων σουτέρ που γνωρίζουμε όλοι, έχουν θανατηφόρο spot-up σουτ. Είναι ειδικοί στο να ξεμαρκάρονται, να διαβάζουν την άμυνα off the ball, να ξεφεύγουν από screens, έτσι ώστε την κατάλληλη στιγμή να λάβουν την πάσα και να σουτάρουν εν ριπή οφθαλμού. Μια ακτίνα φωτός, τους είναι αρκετή για τη ζημιά. Με άλλα λόγια, αυτό που τους χαρακτηρίζει είναι η δεινότητα στο catch and shoot.

Προφανώς ο Curry, σε αυτό είναι πολύ καλός. Λαμβάνοντας υπόψη την περσινή συνολικά σεζόν για σφαιρική εικόνα, με 45,5% και 65,1% σε effective FG%4)Ποσοστό το οποίο λαμβάνει υπόψη πως το τρίποντο αξίζει ένα παραπάνω πόντο από το δίποντο. (FG + 0,5 * 3P) / FGA ήταν από τους οδηγούς στη λίγκα. Σε τρίποντα χωρίς να έχει προηγηθεί ντρίπλα είχε 47% ενώ σε catch and shoot τρίποντα 48,3%, ακολουθώντας μόνο το 50,4% του Kyle Korver.

Όπως ο Magneto ή ο Professor X όμως, o Steph Curry έχει κάτι παραπάνω που τον διαφοροποιεί από τους υπόλοιπους του είδους. To catch and shoot είναι μόνο μία διάστασή του, κι όχι αυτό που τον χαρακτηρίζει. O συνδυασμός ελίτ ντρίπλας, διορατικότητας στο γήπεδο και απίστευτου σωματικού ελέγχου, τον καθιστούν ασταμάτητο ακόμα και στα σουτ off-the-dribble. H δυνατότητα του να ξεφεύγει από αντιπάλους έχοντας την μπάλα και να σουτάρει (χωρίς την πολυτέλεια του spot-up σουτέρ που θα είχε αγκυροβολήσει και ετοιμάσει τα πόδια του) είναι πρωτόγνωρη σε αυτό επίπεδο συνέπειας.

Σε pull-up προσπάθειες τριών πόντων, προσπάθειες που αποτελούν το 26% των σουτ του, είχε το αδιανόητο -και προφανώς πρώτο στο ΝΒΑ- 43%. Αν το μελετήσουμε βαθύτερα, στα σουτ μετά από μία ντρίπλα ευστοχεί με 45%, κάτι που υποδηλώνει την ικανότητα για προσποιήσεις και γρήγορη χειραγώγηση του αμυντικού. Στις προσπάθειες που προέρχονται από 3 ντρίπλες και πάνω, κατηγορία στην οποία εντάσσονται τα μισά του σουτ, σκοράρει με 47,5%, υποδηλώνοντας την ευκολία να ζαλίσει τον προσωπικό του αντίπαλο ή να ξεφύγει ανάμεσα από πολλούς, για να βρει τον ελάχιστο χώρο και να σηκωθεί για το τρίποντο.

Όπως αναλύθηκε διεξοδικά και στο Grantland, την MVP season του, όχι μόνο ήταν πρώτος σε off-the-dribble τρίποντα, αλλά είχε και το καλύτερο ποσοστό:

  1. Stephen Curry, 147 (43%)
  2. James Harden, 110 (36%)
  3. Damian Lillard 103 (33%)
  4. Chris Paul 90 (40%)
  5. Lou Williams 88 (40%)

Steph Curry dribble n shoot

Τα σουτ του Curry μετά από ντρίπλα (κλικ για μεγέθυνση).

Χρησιμοποιώντας τα παραπάνω ως σημείο αναφοράς, ας δούμε πως άλλοι μεγάλοι παίκται με μακρινό πλασέ, παρόντος και παρελθόντος, γράφουν στα νούμερα.

ΠαίχτηςAssisted 3FGM AST%3PT FG% Καριέρας
Stephen Curry58,7%44%
Kyle Korver96,4%43,2%
Klay Thompson90,8%41,8%
Kevin Durant65,6%37,9%
James Harden51%37%
J.J. Redick96%40%
Wesley Matthews87,3%39,3%
Kyrie Irving61,8%39%
Ray Allen75-90%40%
Danny Green93,7%42%

ΠαίχτηςAssisted 3FGM AST%3PT FG% Καριέρας
Reggie Miller80-85%39,5%
Dennis Scott90+%39,7%
Peja Stojakovic88,8% (2003-04, MVP run)40,1%
Steve Kerr90+%45,4%

Η στήλη “Assisted 3FGM AST%” δείχνει πόσα από τα εύστοχα τρίποντα του παίχτη ήταν αποτέλεσμα assist από συμπαίχτη, κι όχι κατάληξη προσωπικής κίνησης. Όπως αναλύσαμε παραπάνω, οι περισσότεροι είναι αποκλειστικά catch and shoot παίχτες, χωρίς την επιδεξιότητα του Curry να φτιάχνουν το τρίποντο από μόνοι τους. Προφανώς Hall of Fame σκόρερς σαν τους Kevin Durant και James Harden (αλλά και οι θρύλοι LeBron, Kobe κτλ.), ξέρουν πολύ καλά να το κάνουν αυτό, αλλά όχι από την περιφέρεια και, κυρίως, όχι τόσο εύστοχα. Κι αυτός είναι ένας ακόμα νεωτερισμός στο μπάσκετ που έφερε το φαινόμενο Curry.

Αντίστοιχα στο μακρινό παρελθόν, ενώ υπήρχαν αρκετοί εύστοχοι περιφερειακοί, η απουσία εκλεπτυσμένων συστημάτων, οι πιο δύσκαμπτοι καλαθοσφαιρικοί κανόνες και το χαμηλότερο επίπεδο τεχνικής κατάρτισης, άφηναν χώρο μόνο για spot up καταστάσεις, χωρίς εξαιρέσεις.

Παίχτες με τα καλύτερα ποσοστά καριέρας ever, όπως οι Korver, Steve Kerr, Tim Legler, Jason Kapono (γκουχ..), Detlef Schrempf, Mark Price κ.α., σούταραν σχεδόν αποκλειστικά μετά από assist, όντας ανίκανοι να δημιουργήσουν από μόνοι τους. Άλλωστε είναι όλοι τους λευκοί!

Παρότι ο αγαπημένος μου super hero είναι ο Captain Hyperbole, κι αυτό ενίοτε φαίνεται στη γραφή, μιλώντας μετά από μελέτη, είναι αναπόφευκτο να παραδεχτούμε πως δεν έχει ξαναϋπάρξει σουτέρ με την ικανότητα του Stephen Curry να σκοράρει από την περιφέρεια με κάθε δυνατό τρόπο.

Πώς είπατε γιατρέ;

Το εύλογο ερώτημα που μπορεί να στριφογυρίζει στο μυαλό τόσο ένoς fan του καναπέ όσο κι ενός συναδέρφου μπασκετμπολίστα, είναι το ποια είναι η αιτία ενός τέτοιου χαρίσματος. Η ανατροφή σε μια αθλητική οικογένεια με πατέρα έναν επαγγελματία σουτέρ; Το “χαραγμένο” στους έλικες του DNA, έμφυτο ταλέντο; Το υψηλό μπασκετικό IQ και η προσγειωμένη προσωπικότητα; Η κατάλληλη σωματική διάπλαση και ικανότητα; Όλα τα παραπάνω;

Το σίγουρο είναι πως χάρη στην εξελιγμένη επιστημονικοποίηση του σημερινού αθλητισμού, το “υλικό” του Curry τόσο σε σωματικό, όσο και σε ποιοτικό επίπεδο (tangibles) μπορεί να αξιοποιηθεί με τον καλύτερο δυνατό τρόπο.

Νευρομυική αποδοτικότητα

Κάποιοι άνθρωποι έχουν εκ γενετής ένα ταλέντο στο να χορεύουν ή να ζωγραφίζουν καλύτερα από άλλους. Ο Curry, όπως ελάχιστοι ακόμα, κατέχει αυτή την φυσική τάση προς τον αθλητισμό. Η γενικότερη κινησιολογία του τού προσέφερε από πολύ μικρή ηλικία τη δυνατότητα να γίνει απλά ο καλύτερος. Κι αυτό δεν είναι κάτι που αναφέρουμε στον αέρα. Διαπιστωμένα έχει ιδιαίτερα υψηλή νευρομυική αποδοτικότητα. Τί είναι αυτή, ρωτάτε; Σε γενικές γραμμές, είναι η ικανότητα του ανθρώπινου σώματος να κινήσει τους σωστούς μύες για μία λειτουργία.

Γιατί κάποιοι άνθρωποι είναι πιο αδέξιοι; Νομίζετε είναι τόσο απλό να πάρεις ένα ποτήρι από το ντουλάπι της κουζίνας; Οι δεκάδες μυς που ενεργοποιούνται, χρειάζονται συγκεκριμένο συντονισμό. Από το να μείνει η σπονδυλική στήλη σταθερή για να προστατεύσει τη μέση, να ευθυγραμμιστούν οι ώμοι, να υποστηριχθεί σωστά ο αυχένας, να γίνει ομαλή επέκταση γοφών και να σηκωθούν τα χέρια με την κατάλληλη δύναμη κι έκταση, για να εκτελεστεί η πράξη. Αν όλα αυτά (και πολλά περισσότερα) είναι απαραίτητα για να πιάσεις ένα ποτήρι, μπορείτε να φανταστείτε τι χρειάζεται για να βάλεις μια μπάλα σε ένα μικρό στεφάνι από 8-9 μέτρα απόσταση, μετά από 40+ λεπτά αγώνα, με 5 δίμετρους μαύρους (#γραφικός) να σε κυνηγούν σε ένα γήπεδο; Πόσο μάλλον όταν είσαι ο καλύτερος στην ιστορία σε αυτό και το επαναλαμβάνεις εκατοντάδες φορές για πάνω από 82 νύχτες κάθε χρόνο.

Κινητική ενέργεια

Επιπλέον, για ένα πετυχημένο σουτ, σημαντικό ρόλο παίζει η κινητική ενέργεια. Εκτός από τον συντονισμό των μυών, χρειάζεται και η κατάλληλη ενεργειακή επένδυση έτσι ώστε να επιτελεστεί η πράξη με ακρίβεια. Για ένα σουτ, δεν αρκεί η σωστή πλαισίωση των χεριών στην μπάλα, αλλά η αρμονική μεταφορά δύναμης, εσωτερικά σε όλο το σώμα. Ο παίχτης πρέπει να χρησιμοποιεί την ισχυρότερη μυική πηγή, τα πόδια του, οικονομικά, για να μετακινήσει την ενέργεια στον κορμό, καταλήγοντας στους καρπούς/δάχτυλα, ελέγχοντας καθόλη τη διάρκεια του μηχανισμού, την τροχιά της μπάλας.

Αυτό δεν καθορίζεται από το πόσο δυνατός είναι κάποιος (αντιστρόφως μπορεί να παίξει κι αρνητικό ρόλο), αλλά από το πόσο ομαλά μεταβιβάζεται η κινητική ενέργεια στο σώμα του. Για αυτό άλλωστε και κλασικοί βαρείς δυνατοί ψηλοί, είναι πιο άστοχοι κι από stormtroopers, ενώ “αδύναμοι” σωματότυποι, όπως του Curry, επιδεικνύουν συχνά ευστοχία από μεγάλο βεληνεκές.

Ίσως άθελα του ο Curry, περιγράφει ακριβώς αυτό με την παρακάτω του δήλωση:

Λατρεύω τα πάντα γύρω από το σουτ, αλλά κυρίως αυτή την τέλεια φόρμα, όταν το σώμα μπαίνει σε ρυθμό, από την στιγμή που θα φυτέψεις τα πόδια στο έδαφος, μέχρι την στιγμή που θα απελευθερώσεις την μπάλα από τα χέρια. Τα πάντα κινούνται μέσα σου σαν κύμα. Είναι κάτι πολύ όμορφο.

Shooting form

Αντίθετα με τα παραπάνω, που αποτελούν γνωρίσματα οργανισμού και δεν μαθαίνονται, το κλειδί που τελικώς φιλτράρει την άψογη παραπάνω κινησιολογία του Curry σε ευστοχία, είναι η φόρμα του σουτ, κι αυτό είναι κάτι που μπορεί να διδαχθεί και να εξελιχθεί.

Ο ίδιος άλλωστε όταν βρισκόταν ακόμα στο λύκειο, ενώ ήταν καλός σουτέρ, χρησιμοποιούσε ένα πολύ διαφορετικό στυλ, που θύμιζε περισσότερο Shawn Marion, με το σουτ του να ξεκινάει κρατώντας την μπάλα στην κοιλιά, με απελευθέρωση σε χαμηλό ύψος. Ο πατέρας του τον προέτρεψε να αλλάξει ριζικά τον μηχανισμό, έτσι ώστε το release point της μπάλας να γίνεται ψηλά πάνω από το κεφάλι, για να δυσκολεύει τον αμυντικό. Για πολλές εβδομάδες, δεν μπορούσε να σκοράρει ούτε από τα τρία μέτρα. Με την ολοκλήρωση της μεταμόρφωσης όμως, το αποτέλεσμα ήταν έργο τέχνης.

Το σουτ του μπορεί να αναλυθεί σε τέσσερις, κυρίως, άξονες:

  1. Δεν τοποθετεί τα πόδια του παραδοσιακά σε ευθεία με τους ώμους, κοιτώντας το καλάθι. Προτιμά να κρατάει τα δυνατά του άκρα (δεξί χέρι/πόδι) παράλληλα, και να αφήνει το αριστερό πόδι περίπου 10 μοίρες πιο πίσω σε γωνία, δημιουργώντας το “10 o’clock” στυλ (όπως κι ο Durant). Με την ευθυγράμμιση των δεξιών άκρων, επικεντρώνεται  καλύτερα στην στόχευση της μπάλας.
  2. Είτε βρίσκεται σε pull-up ή catch and shoot, με το που πιάνει την μπάλα, η πρώτη του κίνηση είναι μια μικρή βουτιά (dip) λίγων εκατοστών, κρατώντας τη χαμηλά με τα δύο χέρια, για να δώσει ώθηση και ρυθμό στην άνοδο και το τελείωμα της φόρμας.
  3. One motion shot. Οι παίχτες σουτάρουν, είτε σε μονή, είτε σε διπλή κίνηση. Αυτό έχει να κάνει με το αν “σπάει” το αντιβράχιο από τον δικέφαλο εκθέτοντας τον αγκώνα μπροστά ή αν παραμένουν σε μία ροή σουτάροντας. Ο Curry ανήκει στην πρώτη κατηγορία, κάτι που του δίνει πολύ πιο γρήγορο release και flow στην κίνηση.
  4. Σημαντικό ρόλο κατά την διάρκεια της φόρμας παίζει ο δεξιός του αγκώνας που συνειδητά παραμένει όσο κλειστός γίνεται, για να αποφύγει το φαινόμενο “φτερούγας κοτόπουλου”, που θα ελάττωνε την ισορροπία του. Μικρός, δίπλωνε τις κάλτσες του σε μορφή μπάλας κι όντας ξαπλωμένος στο κρεβάτι ανάσκελα, προσπαθούσε να κρατήσει τον αγκώνα σταθερό εσωτερικά, πετώντας την κάλτσα όσο πιο κοντά στο ταβάνι γίνεται, αλλά χωρίς να το ακουμπάει, για εκατοντάδες φορές.

Η προπόνηση

O Pete Maravich έκανε βόλτες στη γειτονιά, με το ένα χέρι έξω από το παράθυρο του αυτοκινήτου, ντριμπλάροντας τη μπάλα κινούμενος με ταχύτητα 30 km. O Magic Johnson κάθε πρωί πηγαίνοντας σχολείο με τα πόδια, ντρίμπλαρε όλη την διαδρομή μέσα στη χιονισμένη πόλη του Lansing. Κι ενώ αυτά φαίνονται όμορφα και γραφικά σαν τα Ζαγοροχώρια και θυμίζοντας καταστάσεις Rocky Balboa, ο Curry σαν άλλος Ivan Drago σε αντίστροφη παρομοίωση, χρησιμοποιεί τις πιο εξελιγμένες προπονητικές τεχνικές.  Συνδυάζοντας το εγγενές σωματικό του ταλέντο με την ανάπτυξη των μπασκετικών fundamentals, την εκγύμναση (δύναμη, ταχύτητα, ευκινησία), και τις ποιοτικές παραμέτρους (floor vision, basketball IQ, game situation αναπαραστάσεις), η τελειοποίηση της ικανότητάς του, αντικατοπτρίζεται πλέον στο γήπεδο.

Για την επίτευξη αυτού του μοναδικού συνδυασμού σουτ και ντρίπλας που δεν έχει ξαναματαδεί η ανθρωπότητα, η προπόνηση του εξειδικεύεται σε συγκεκριμένες πρακτικές:

  • Ενδυνάμωση αστραγάλων. Τα πρώτα χρόνια της καριέρας του ήταν επιρρεπής σε τραυματισμούς σε αυτή την περιοχή. Πλέον δείχνει πιο υγιής κι από τον Highlander. Επιπλέον οι δυνατοί αστράγαλοι του παρέχουν τις βάσεις για ιδανικό σωματικό έλεγχο με ταχύτητα, με και χωρίς την μπάλα.
  • Off-balance training. Χρησιμοποιώντας ζώνες (resistance bands – ελαφριές ή βαριές, ανάλογα τις συνθήκες) στις οποίες είναι δεμένος και τραβιέται από τον προπονητή, μαθαίνει να λειτουργεί σε συνθήκες σωματικής επαφής, και προπονείται σχεδόν αποκλειστικά υπό συνθήκες εκτός ισορροπίας (εσκεμμένα σπρωξίματα κτλ.).
  • Χειρισμός μπάλας. Εκτός από τις διαδεδομένες ασκήσεις dribbling σε ταχύτητες Flash που πλέον όλοι οι guards στο NBA εκτελούν5)Mπορείτε να βρείτε εκατοντάδες βίντεο στο youtube., o Curry προπονείται με ειδικές μπάλες μεγαλύτερου βάρους (2,7 κιλών – η κανονική ζυγίζει 0,62 kg) όπως και με μπαλάκια του τένις, για μυική ισχυροποίηση και επιδεξιότητα με ακρίβεια. Ενίοτε, κατά την διάρκεια των ασκήσεων, φοράει πολύ σκούρα γυαλιά ηλίου για να έχει μειωμένη όραση, έτσι ώστε να αυτοματοποιηθούν οι κινήσεις του.

Γνωστική προπόνηση

Με την σωματική εκγύμναση να έχει τερματίσει τα όρια ειδίκευσης, τα τελευταία χρόνια η προπόνηση περνάει σε άλλα επίπεδα που έχουν να κάνουν με την βελτίωση ποιοτικών ανθρώπινων λειτουργιών. Προοδευτικές πρακτικές που ούτε στο NBA έχουν γίνει ακόμα ενσωματωθεί καθολικά. Η εμφάνιση της γνωστικής (cognitive) προπόνησης, της σύγκλησης τεχνολογίας και αθλητισμού (στην οποία δεν παρέλειψε φυσικά να επενδύσει ο Mark Cuban), επικεντρώνεται στη νευρολογία και στις διανοητικές (αν όχι διαισθητικές) ικανότητες των αθλητών.

  • Παράλληλα με τις ασκήσεις χειρισμού, συχνά ένας από τους προπονητές περπατάει στον γύρο χώρο ανάβοντας νούμερα σε ηλεκτρονικό πίνακα, τα οποία ο Curry προσπαθεί να διαβάσει με την περιφερειακή όραση, χωρίς να σταματάει να ντριπλάρει. Με αυτόν τον τρόπο αναπτύσσει διορατικότητά και τα αντανακλαστικά του στο φως, σε συνθήκες αγώνα.
  • Αντίστοιχες ασκήσεις περιλαμβάνουν τον χειρισμό της μπάλας μπροστά σε τοίχο με φωτάκια (παρακάτω βίντεο), τα οποία πρέπει να αγγίξει με το ένα του χέρι όταν αναβοσβήσουν, χωρίς να αφήσει τη μπάλα από το άλλο.
  • Επιτομή της γνωστικής εξάσκησης είναι η τοποθέτηση πολύχρωμων φώτων σε συγκεκριμένη θέση στο παρκέ. Ανάλογα το χρώμα που θα ανάψει (1-2 μέτρα πριν πλησιάσει o Curry), κατεβάζοντας την μπάλα, οπότε θα πρέπει να αντιδράσει άμεσα επιλέγοντας την ντρίπλα που του έχει οριστεί από το φως, αλλά και το αν θα σουτάρει δίποντο ή τρίποντο. Έτσι, αναπαριστώνται πραγματικές περιπτώσεις αγώνα, όπως για παράδειγμα το αν θα διεισδύσει αριστερά ή δεξιά, ανάλογα με το ποιο θα είναι το εκτεθειμένο πόδι του αμυντικού ή ποιος συμπαίχτης του έχει χώρο για σουτ σε κάποια γωνία.

Πρόσφατες επιδείξεις προπόνησης με την FitLight τεχνολογία, έκαναν και οι Toronto Raptors:

 

Επίλογος

Αυτό που πρέπει να γίνει κατανοητό είναι πως η ικανότητα του Curry να σκοράρει κατά βούληση από τα 10 μέτρα, και μάλιστα off-the-dribble, είναι κάτι πρωτόγνωρο για την καλαθοσφαίριση. Κι αυτό το μοναδικό ιστορικά φαινόμενο, δεν είναι κάτι μεμονωμένο, αλλά μια απειλή που διαλύει σαν ντόμινο τις αντίπαλες άμυνες, δημιουργώντας πολλαπλές παρενέργειες, λόγω της απίστευτης επίθεσης μέσω του passing game του Golden State. Το γεγονός ότι είναι ζωτικής σημασίας να φυλάσσεται, είτε σε πικερό, είτε με double team τόσο μακριά από το καλάθι, δημιουργεί μεγάλα ρήγματα στην άμυνα, που χάρη στο πολύ υψηλό μπασκετικό ΙQ, εκμεταλλεύεται ανελλιπώς. Ακόμα κι αν δεν σκοράρει με τρίποντο, είναι σχεδόν δεδομένο πως θα βρει τον ελεύθερο παίχτη, άμεσα ή έμμεσα.

Λέγοντας “έμμεσα” εννοούμε πως εκτός των άλλων, οδηγεί το NBA και σε δευτερεύουσες assists (secondary assists: πάσες που καταλήγουν σε assist). Για παράδειγμα, οι φετινές εφτά assists κατά μέσο όρο του Draymond Green, οι τέσσερις του Iguodala ή οι τρεις του Bogut είναι αποτέλεσμα ακριβώς αυτού: του ταλέντου του Curry να χρησιμοποιεί τον κατάλληλο συμπαίχτη σαν μεσολαβητή για την assist. Δεν μιλάμε λοιπόν, μόνο για τον καλύτερο σουτέρ όλων των εποχών, αλλά για έναν παίχτη που έχει δώσει νέα πνοή στο τι σημαίνει επίθεση, έχει δημιουργήσει νέες ανάγκες στο πως θα παιχτεί η άμυνα και γενικότερα έχει αλλάξει τη φύση του μπάσκετ όπως το ξέραμε.  Αυτός είναι ο Steph Curry και τυχεροί εμείς που απολαμβάνουμε τα τακτικά κορυφαία μπασκετικά show του.

The following two tabs change content below.
Αιρετικός Βουδιστής, θεοσεβούμενος αθεόφοβος, σκληροπυρηνικός συνομωσιολόγος, vegetarian αστρολόγος, αντικοινωνικός κοινωνιολόγος, πιστεύει στους εξωγήινους. Έχει περάσει περισσότερες ώρες ξύπνιος τη νύχτα βλέποντας NBA απ’ότι στο φως του ήλιου. Εμμονικός Fantasy Commissioner από το 2002, στις πιο «βαθιές» λίγκες του πλανήτη. Αν έπαιζε στο NBA, θα έστηνε αγώνες για να κερδίσει η ομάδα του στο fantasy. ΝΒΑ blogger από το 2007. Ακόμα πιστεύει πως ο Donté Greene θα γίνει All-Star.

   [ + ]

1. Απελπιστική ελληνική μετάφραση του “jaw dropping”
2. Γκουχ… “Jordan Rule”.
3. 18.11.2015
4. Ποσοστό το οποίο λαμβάνει υπόψη πως το τρίποντο αξίζει ένα παραπάνω πόντο από το δίποντο. (FG + 0,5 * 3P) / FGA
5. Mπορείτε να βρείτε εκατοντάδες βίντεο στο youtube.