Αφιέρωμα στο ABA, Μέρος 7ο: Season 1972-1973

Posted on Mar 20 2016 - 11:40am by Aris Tolios

Χρόνια φίλος και συνοδοιπόρος των συντακτών του Ball Hog, τακτικός αναγνώστης στη συνέχεια και πλέον μέλος της συντακτικής ομάδας του ίδιου του site, o Άρης Τόλιος παραμένει αγαπημένος “πελάτης” στις Ball Hog λίγκες, αλλά παράλληλα ετοιμάζει και παρουσιάζει μέσα από τη σελίδα μας ένα πληρέστατο αφιέρωμα στο πιο τρελό πρωτάθλημα μπάσκετ που υπήρξε ποτέ: το ABA. Αφού, λοιπόν, έκανε μία γενική εισαγωγή στο πρώτο μέρος του αφιερώματος και είδαμε αναλυτικά στη συνέχεια ανά σεζόν 1)την πρώτη σεζόν στο δεύτερο, την δεύτερη στο τρίτο, την τρίτη στο τέταρτο , την τέταρτη στο πέμπτο και την πέμπτη στο έκτο (σοβαρά τώρα, έτσι θα πάει μέχρι το τέλος;) , σήμερα το αφιέρωμα συνεχίζεται με τα πεπραγμένα της έκτης χρονιάς του ΑΒΑ, εκείνα της σεζόν 1972-73.

Heres Johnny

Οι αξιομνημόνευτοι παίκτες του ΑΒΑ χωρίζονταν σε πέντε κατηγορίες: σε αυτούς που αναδείχθηκαν ως αστέρια μέσα στο ΑΒΑ, στους over-achievers, που κανείς δεν ήθελε πιο πριν, στα «κακά παιδιά», στους καλτ, και στους μεγάλους “what ifs”. Αν λοιπόν, οι κατηγορίες ήταν τάγματα, τότε στην τελευταία, ο Johnny Neumann ήταν Στρατηγός.

Με πολύ απλά λόγια, ο Neumann ήταν ”too much, too soon”.

Johnny Neumann basketball card

Για τον περισσότερο κόσμο, ο Johnny είναι παντελώς άγνωστος2)προτού συνεχίσω, θα σας βάλω στοίχημα ποιοι μπορούν να τον θυμηθούν και θα αποκαλύψω στη συνέχεια πως τον έχουμε γνωρίσει στην Ελλάδα. Κι όμως, το 1971, τον ήξερε όλη η χώρα, προτού καν κλείσει τα 20 χρόνια του. Ο λόγος ήταν πως, αφού το NCAA προσπαθούσε να ξεπεράσει τον τριετή ”τυφώνα” που άκουγε στο όνομα Pete Maravich, από το πουθενά έσκασε ο sophomore Neumann των Ole Miss Rebels3)“Ole Miss” ονομάζεται το University of Mississippi για να ηγηθεί εκείνη τη σεζόν το κολεγιακό πρωτάθλημα στο σκοράρισμα, με το εντυπωσιακό 40,1 ppg4)τρεις παίκτες έχουν πετύχει 40+ ppg σε μια σεζόν του NCAA: ο Frank Selvy με 41,7 ppg τη σεζόν 1953-54, ο Neumann τη σεζόν 1970-71 και τρεις φορές ο Pete Maravich με 43,8/44,2/44,5 ppg την τριετία 1967-70. Εκείνη τη χρονιά, «φιλοδώρησε» με 63 πόντους το LSU, 60 πόντους το Baylor και 48 πόντους το Kentucky του Adolph Rupp, ο οποίος, μετά το τέλος του αγώνα, είπε ότι ο Neumann ως sophomore ήταν ισάξιος του Maravich ως senior. Και μπορεί να μην ήταν καλύτερος, αλλά ο Johnny ήταν πράγματι φαινόμενο: φοβερό ένστικτό σκόρερ, πανέμορφο jump shot, ”tunnel court vision” και εξαιρετική πάσα (όταν την έδινε, βέβαια).

Όμως, όσες αγωνιστικές και σωματικές αρετές είχε ο Neumann, τόσο του έλειπαν κυριολεκτικά όλες οι πνευματικές εξωαγωνιστικές αρετές: ποτέ δεν έμπαινε στο ”pregame huddle” της ομάδας, τσακωνόταν με όποιον προπονητή του έκανε παρατήρηση (με όλους δηλαδή), ενώ παράτησε το ”Ole Miss” δυο αγώνες πριν το τέλος εκείνης της sophomore χρονιάς του (!), για να υπογράψει πενταετές επαγγελματικό συμβόλαιο με τους Memphis Pros. Έτσι, πριν τα 20 του ο Neumann ήταν εκατομμυριούχος.

Ο συνδυασμός αρετών που είχε, αρετών που δεν είχε, εκατομμυρίων, και ΑΒΑ, ήταν ιδανικός για ένα case study αποτυχίας. Μαντέψτε, λοιπόν, τι γίνεται στη συνέχεια.

Στο Memphis αρχικά, ο Neumann τσακώθηκε με τον -γνωστό μας από το τρίτο μέρος του αφιερώματός μας- Babe McCarthy, αφού θεωρούσε υπερβολική και επικριτικού χαρακτήρα την αξίωση του τελευταίου να παίζει άμυνα και να έρχεται στις προπονήσεις. Προφανώς, αφού ο Babe ήταν αυτό που λέμε ”players’ coach”, ενώ ο Neumann 19χρονος ανώριμος (φόραγε συχνά την φανέλα του ανάποδα στην αρχή του αγώνα ή μόνο το jockstrap του κάτω από τη φόρμα), υπερφίαλος (είχε μια Harley Davidson και επτά αμάξια, εκ των οποίων μια Ferrari), αδιάφορος («Τα λεφτά δεν σημαίνουν τίποτα σε μένα») και μεγαλόστομος («Για να είμαστε ειλικρινής, είμαι το σπουδαιότερο πράγμα που βγήκε από το Memphis μετά τον Elvis», συνήθιζε να λέει), δεν άργησε να απομονωθεί και από τους συμπαίκτες του. Καθώς δεν τον γνώριζε και η λίγκα, συγκέντρωνε ακόμα περισσότερη απέχθεια σε ένα πρωτάθλημα με τόσους παίκτες που σκοτώνονταν για μερικά δολάρια, χωρίς να έχουν το 1/10 του ταλέντου του Neumann. Παρόλ’ αυτά κατάφερε να τελειώσει τη rookie χρονιά του με 18,3 ppg και 41% FGs.

Την επόμενη χρονιά, τη σεζόν 1972-73, έκανε την καλύτερη χρονιά του ως επαγγελματίας με 19,6 ppg και 47,2% fg%. Τσακώθηκε, όμως, με τον νέο coach Bob Bass, ο οποίος τον ανέχτηκε ακόμα λιγότερο από τον McCarthy και τον έβαλε στους waivers μεσούσης της χρονιάς. Και αφού πέρασε κάποιες μέρες χωρίς να τον διεκδικήσει κανείς, γύρισε προβληματισμένος και μετανιωμένος στο Memphis. Παρότι, όμως, πράγματι έδειξε κάποια καλά σημάδια στα πρώτα παιχνίδια μετά την επιστροφή του, όπου «έγραφε» 15-16 assists, εν τέλει βούλιαξε στη μετριότητα και στο…φαγητό, αφού στα 23 του είχε φτάσει τα 120 κιλά5)κάτι που δεν είναι ποτέ καλό νέο, όταν είσαι δίμετρος λευκός swingman και από εκεί ξεκίνησε ένα μεγάλο ταξίδι στις ΗΠΑ ως παίκτης παίζοντας, κατά σειρά στους Stars, Squires, Pacers, πάλι Squires, Colonels, Braves, Lakers, Pacers -και όλα αυτά μέσα σε μόλις 3,5 χρόνια (!!) -για να κλείσει την καριέρα του το 1979 στην Cantù, και, στη συνέχεια, ένα αντίστοιχα τεράστιο ταξίδι σε όλο τον πλανήτη ως προπονητής, περνώντας από Γερμανία, Βέλγιο, Ελλάδα, Κύπρο (όπου ανακάλυψε τον αργότερα «έκτο παίκτη του ‘99» Darrell Armstrong), Ισραήλ, Κουβέιτ, Σαουδική Αραβία, Λίβανο, Κίνα, Ιαπωνία, Ρουμανία, καθώς και στις αμερικάνικες λίγκες ΙΒΑ και CBA. Μάλιστα, στην τελευταία το 1983, βγήκε δεύτερος σε ψηφοφορία για τον Προπονητή της Χρονιάς, πίσω από τον George Karl, ενώ την επόμενη έχασε το πρωτάθλημα στον τελευταίο αγώνα από τους Albany Patroons του νέου τότε προπονητή Phil Jackson. Σε όλες αυτές τις λίγκες που περιπλανήθηκε δε, κέρδισε πέντε βραβεία Προπονητή της Χρονιάς. Η ειρωνεία της υπόθεσης είναι πως ως προπονητής ο Neumann έχει τη φήμη του σκληρού και αυταρχικού!

Και τώρα ήρθε η ώρα για την μεγάλη αποκάλυψη. Φίλοι ΠΑΟΚτσήδες, εκεί στα τέλη της δεκαετίας του ’80, δεν είχατε έναν προπονητή, ιδιαίτερα αγαπητό στους φανατικούς σας, τον οποίον αντικατέστησε ο Κώστας Πολίτης; Ε ιδού!

Ειλικρινά βοηθήστε με… Αυτός είναι ο Σκουντής;;;;;

Κλείνοντας, βασικοί κανόνες ερευνητικού ψυχαναγκασμού μας επιβάλλουν να επισημάνουμε πως ο Neumann αγαπάει ιδιαίτερα την Ελλάδα, τόσο που η οικογένεια του μένει μόνιμα εδώ και μάλιστα, ο γιος του Μιχάλης Πήτερ Νιούμαν είναι στην ομάδα Κ-20 του ποδοσφαιρικού Παναθηναϊκού. Βεβαίως!

Νιούμαν Τζούνιορ

Νιούμαν Τζούνιορ

Memphis may fire

Βέβαια, ο Neumann ήταν και σε κατάλληλη ομάδα για να τον οδηγήσει με ασφάλεια στην αυτοκαταστροφή. Ειδικά δε ελλείψει Condors και Floridians, μόνο μία διεκδικούσε αυτές τις δάφνες: Οι Memphis Tams.

Με το τέλος της αποτυχημένης σεζόν 1971-72, ενώ είχε ήδη εγκαταλείψει την ομάδα ο προπονητής Babe McCarthy, φαινόταν πως το franchise πήγαινε για φούντο. Την ομάδα ανέλαβε, όμως, ο Charles O. Finley, ιδιοκτήτης των Oakland A’s του baseball και των California Golden Seals του hockey και εύρωστος επιχειρηματίας, απορροφώντας μόνο τα χρέη. Και για να εγκαινιάσει τη νέα εποχή της ομάδας, άφησε το ευφάνταστο όνομα “Pros”6)σαν να λέμε ”Chicago Basketball Players” και έθεσε την ονοματοδοσία της ομάδας σε διαγωνισμό, στην οποία υπήρξαν 20.000 συμμετοχές, με έπαθλο $ 2.500. Και μπορεί κανείς να μην κατάλαβε τί σήμαινε το νέο όνομα ”Tams” ή αν σήμαινε πράγματι αυτό που σημαίνει , μιας και Tam o’shanter ή απλώς Tam ονομάζεται ένα σκοτσέζικο κιλτ σκουφί, και σε αυτή την περίπτωση, τί ακριβώς σχέση είχε η συγκεκριμένη ονομασία με το Memphis, αλλά ο Finley το υποδέχθηκε με θέρμη, αφού το θεώρησε ακρωνύμιο για τα μέρη που ήθελαν να χτίσουν τη νέα fanbase τους: Tennessee – Arkansas – Mississippi.

Αυτά είναι τα ταιριαστά για οτιδήποτε άλλο από μπάσκετ "tams".

Αυτά είναι τα ταιριαστά για οτιδήποτε άλλο από μπάσκετ “tams”.

Τα δε χρώματα της ομάδας (πράσινο – λευκό – χρυσό) υιοθετήθηκαν με βάση την αισθητικής εναιότητας και των υπόλοιπων ομάδων του Finley, ιδιαίτερα των Oakland A’s. Κι αν στραβώνετε τα μούτρα σας για την αισθητική του Finley, που να μάθετε πως οι Tams έπαιζαν τα εντός έδρας ματς με λευκή φανέλα με χρυσές/πράσινες ρίγες και πράσινο σορτσάκι με λευκές/χρυσές ρίγες, φόραγαν τον ανάποδο παράταιρο συνδυασμό εκτός έδρας και ως τρίτη εμφάνιση, χρησιμοποιούσαν χρυσή φανέλα με λευκό σορτσάκι.

MemphisTamsLegacy

Η αισθητική κληρονομιά των Memphis Tams. Πονάνε τα μάτια μας.

Πρόεδρος της ομάδας ανέλαβε ο θρυλικός Adolph Rupp, ο οποίος είχε μόλις συνταξιοδοτηθεί από το Kentucky. Τί έκανε; . Βασικά τίποτα. Μια φορά το μήνα πέταγε στο Memphis, από το Lexington όπου έμενε, για να βγάλει κάποιον φλογερό λόγο στους παίκτες, να εμφανιστεί στις κάμερες, να μιλάει για μπάσκετ στο τεχνικό team και στους δημοσιογράφους και να πίνει μερικά ποτηράκια bourbon. Σε μια από αυτές τις βραδιές, ο ατζέντης Ron Grinker έπιασε κουβέντα με τον Rupp, του οποίου η γλώσσα είχε κάπως λυθεί από το ποτό και εισέπραξε την τρομερή ατάκα ”The trouble with the ABA is that there are too many nigger boys in it now” και έμεινε παγωτό.

Ε μετά από αυτά, είναι ρε Rupp να μην σε κάνει ταινία η Disney και να σε ερμηνεύει ως υπερσυντηρητικό κρυφορατσιστή ο ανοιχτά σωβινιστής Jon Voight;

Ε μετά από αυτά, είναι ρε Rupp να μην σε κάνει ταινία η Disney και να σε ερμηνεύει ως υπερσυντηρητικό κρυφορατσιστή ο ανοιχτά σωβινιστής Jon Voight;

Η πρεμιέρα των Tams έγινε απέναντι στους πρωταθλητές Pacers στις 12 Οκτωβρίου 1972, μπροστά στο κοινό – έκπληξη των 4.593 θεατών. Στην έναρξη του παιχνιδιού, όλοι οι Tams και ο προπονητής Bob Bass μπήκαν στο γήπεδο και έκαναν το γύρο του σταδίου, φορώντας τα σκουφιά.

Τους έβαλε καλά καλά να φορέσουν τα tams και αυτός δεν πάτησε καν στο γήπεδο

Τους έβαλε καλά καλά να φορέσουν τα tams και αυτός δεν πάτησε καν στο γήπεδο

Από την πρεμιέρα έλειπε παραδόξως ο ίδιος ο Finley, κάτι το οποίο επαναλάμβανε συστηματικά μέσα στη σεζόν -και αυτό ήταν μόνο η κορυφή του παγόβουνου. Μετά την ήττα με 151-98 (!) από τους Stars στο Salt Lake City στις 28 Οκτωβρίου, οι Tams έβαλαν -όπως είπαμε παραπάνω- τον Neumann στους waivers, αφού το ”ballhog”7)δεν άντεξα παιχνίδι του θεωρήθηκε καταστρεπτικό για τα συστήματα της ομάδας.

Στις 11 Νοεμβρίου έσπασε το χέρι του ο ελπιδοφόρος νεαρός center Randy Denton, όμως φαίνεται πως αυτό είχε το ”Ewing effect” στην ομάδα…

Σαφές τώρα τί είναι το ”Ewing effect”;

Καταλυτικός σε αυτό υπήρξε ο ”underdog” αναπληρωματικός center Lee Davis, ο οποίος, εν τη απουσία του Denton, οργίασε: οι 4,4 ppg και τα 10 mpg που κατέγραφε στις τρεις προηγούμενες σεζόν έγιναν 21 ppg/15 rpg/56% fg%. Πάντως, παρότι ο Davis έφτασε να γίνει μέχρι και άρθρο στο Sports Illustrated (μια από τις σπάνιες φορές μέσα στη σεζόν που οι Tams τράβηξαν την προσοχή των ΜΜΕ για καλό), η ομάδα πήγαινε από το κακό στο χειρότερο, και ιδιαίτερα οι σχέσεις διοίκησης – τοπικής κοινότητας, οι οποίες είναι πάντα καταλυτικές για τη βιωσιμότητα μιας επαγγελματικής ομάδας στις ΗΠΑ. Έγιναν δε ακόμα χειρότερες, όταν μαθεύτηκε πως ο Finley έκανε συζητήσεις στο St. Paul της Minnesota για να μεταφερθεί εκεί το franchise.

Γενικά, ο Finley πλήρωνε το ότι φώναζε «άσχετος» με κάθε τρόπο. Οι υπόλοιποι ιδιοκτήτες τον απεχθάνονταν, αφού στα league meetings έκανε ανόητες τοποθετήσεις και ήταν υπερβολικά τυπολάτρης σε ανούσια θέματα. Και επιπλέον ήταν και ”cheap”: ο Charlie Williams θυμάται πως όταν χρειάστηκε να ανανεώσει το συμβόλαιο του με τους Tams, ο Finley τον υποδέχθηκε τρώγοντας φασόλια κονσέρβα, για να τον πείσει πως ζοριζόταν οικονομικά! Και πράγματι, ο Williams ανανέωσε με $ 23.000 αντί για $ 30.000 που ζητούσε αρχικά!

Φυσικά, γίνονταν και πραγματικά διοικητικά εγκλήματα: συνολικά, στο πρώτο μισό της σεζόν, 19 (!) παίκτες είχαν περάσει από τους Tams, ως αποτέλεσμα -εκτός των άλλων- των 24 ανταλλαγών που έλαβαν χώρα από τις 28 Οκτωβρίου μέχρι τις 28 Δεκεμβρίου! Το Memphis ήταν κάτι σαν σταθμός στα ταξίδια του Γκιούλιβερ για τον περιπλανώμενο ABAer.

Και φυσικά, τίποτα δεν εντείνει το χάος περισσότερο από τις περικοπές. Έτσι, όταν η σύζυγος του Denton πήγε στο front office για να πάρει φωτογραφίες του center των Tams για να τις στείλει ως αυτόγραφα στους θεατές, η απάντηση που πήρε ήταν ότι θα έπρεπε να τις πληρώσει. Όταν δε ο βετεράνος Ron Franz έμεινε ελεύθερος πριν τα Χριστούγεννα και πήγε να εισπράξει τον τελευταίο του μισθό, του ζήτησαν πίσω το jacket προθέρμανσης και τα σακίδια για τα εκτός έδρας ματς, προκειμένου να πληρωθεί. Καλά Χριστούγεννα!

Και μέσα στην παράνοια των περικοπών, ο Finley πρόσφερε $ 300 bonus σε όσους παίκτες ή μέλη του τεχνικού επιτελείου άφηναν μουστάκι! Μην αναρωτιέστε γιατί, έτσι κι αλλιώς νομίζετε πως πληρώθηκε το bonus;

Kangaroo Kid & The Cougars

Καλύτερο ρεκόρ στο ΑΒΑ. MVP ο Cunningham. Coach της χρονιάς o 32χρονος Larry Brown. Παράγοντας της χρονιάς ο Carl Sheer. Τρεις all-stars, οι Cunningham, Caldwell και Calvin. Πρώτοι σε ppg, με 115,5, και fg%, με 50%, και λάθη αντιπάλου. Ακόμα και ο Dennis Wuycik μπήκε στην All-Rookie Team. Κι όμως, αυτή η ομάδα των Cougars, που χτιζόταν χρόνια με μεθοδικότητα, δεν κατάφερε να πάει καν στους τελικούς.

The Three "C's": Caldwell, Calvin, Cunningham

The Three “C’s”: Caldwell, Calvin, Cunningham

Στο κέντρο όλων των πραγμάτων ήταν ο Carl Sheer, ο οποίος ανέλαβε, τόσο τον ερχομό, όσο και τη διαχείριση έντονων προσωπικοτήτων στην ομάδα: Joe Caldwell από τους Atlanta Hawks8)του οποίου την συγκλονιστική ιστορία του Joe Caldwell αξίζει να την δείτε στο ντοκιμαντέρ “Pogo Joe: Fighting the Game, Jim McDaniels από το Western Kentucky, και Larry Brown – Doug Moe, για προπονητής και assistant αντίστοιχα. Όλοι αυτοί συνάντησαν ένα άθροισμα αξιόλογων βετεράνων, στα πρόσωπα των Mack Calvin, Steve ”Snapper” Jones και του πατέρας του Danny Manning, Ed, και ταλαντούχων rookies, όπως οι Dennis Wuycik, Tom Owens, Ted McClain και Steve Previs, που όλοι μαζί μπορούσαν να υλοποιήσουν άψογα την άμυνα με παγίδες και το διαρκές passing game που ήθελε ο Brown. Κανείς, όμως, δεν είχε τέτοιο αντίκτυπο ως προσθήκη όσο ο Billy ”The Kangaroo Kid” Cunningham, που άφησε το ΝΒΑ, όντας ένας από τους πέντε καλύτερους forwards και ήταν σαρωτικός: 24,1 ppg/12 rpg/6,3 apg/2,6 spg.

Η αρχή ήταν ιδανική. Στην preseason οι Cougars έγραψαν ρεκόρ 8-3 με επιμέρους 5-1 απέναντι σε ομάδες του ΝΒΑ, όπως οι Celtics, Hawks, Braves, Kings, ενώ ξεκίνησαν τη σεζόν 1972-73 επίσης με 8-3. Την πρώτη θέση στη λίγκα δεν την άφησαν ποτέ, μέχρι τα playoffs.

Οι Cougars του 1972-73 έσφυζαν από υγεία σε όλα τα επίπεδα. Έσπασαν 30 ρεκόρ franchise, μεταξύ των οποίων καλύτερο ρεκόρ, περισσότερες σερί νίκες, μεγαλύτερη διαφορά -με τη νίκη τους με 126-78 απέναντι στους Nets στις 14 Οκτωβρίου 1972-, καθώς και σωρεία άλλων. Η προσέλευση αυξήθηκε κατά 40% από την προηγούμενη σεζόν, με σύνολο εισιτηρίων 340.000. Και οι Cougars τους δικαίωναν. Στο ντέρμπι με τους ”γείτονες” Colonels, οι οποίοι κατέληξαν να έχουν το δεύτερο καλύτερο ρεκόρ στη σεζόν, στις 30 Δεκεμβρίου 1972, οι Cougars νίκησαν με 104-91, μπροστά σε ένα κατάμεστο γήπεδο 14.126 θεατών.

Όμως η postseason είχε άλλους νόμους. Έτσι, παρότι απέκλεισαν εύκολα τους Nets, όταν συνάντησαν τους Colonels στους τελικούς της Ανατολής, λύγισαν στο έκτο παιχνίδι, όταν το στεφάνι έγινε «δαχτυλήθρα» (100-119), ενώ στο έβδομο παιχνίδι κατέρρευσαν μπροστά στους 10.231 οπαδούς τους στο Charlotte Coliseum, όπου και έχασαν με 96-107 και αποκλείστηκαν.

I ‘ll just leave this here…
Πριν τους Spurs και τους Nets... "at least we had Virginia".

Πριν τους Spurs και τους Nets… “at least we had Virginia”.

Στα εννιά χρόνια του ΑΒΑ σχηματίστηκαν διάφορα δίδυμα. Για παράδειγμα, ένα από τα πιο αναγνωρισμένα ήταν η frontline του Kentucky, με Gilmore – Issel. Όμως, κανένα δίδυμο δεν είχε τέτοιο ταλέντο, δεν έγραψε τόση ιστορία, τόσο στο ΑΒΑ, όσο και στο ΝΒΑ, και παρόλ’ αυτά, δεν υπήρξε τόσο ιστορικά ασήμαντο, όσο τα «φτερά» των Squires τη σεζόν 1972-73: George Gervin (rookie) – Julius Erving (sophomore). ”Iceman” & ”Dr. J”. Τίποτα άλλο. Πάμε παρακάτω.

No money? No problem!

Τέλος, ήρθε η ώρα να αποκαλύψουμε το«μυστικό όπλο του ΑΒΑ: το ”Dolgoff Plan”. Ή αλλιώς, τα «γεμιστά» της λίγκας, αν το ΑΒΑ ήταν η αρχετυπική ελληνική φτωχολογιά και ο ιθύνων νους η διάνοια της μέσης ελληνικής οικογένειας9)μπράβο μας που καταφέραμε και χωρέσαμε σε κείμενο για το ΑΒΑ την υπουργό Θεανώ Φωτίου! .Θα μπορούσαμε να το παρουσιάσουμε σε συντομία. Δεν θα το προτιμήσουμε, διότι αξίζει να αφιερώσει κάποιος μερικές αράδες παραπάνω για να εκτιμήσει τί μπορεί να κάνει ο άνθρωπος στο πεδίο του επιχειρείν για να γλιτώσει λεφτά. Κυρίες και κύριοι: σας παρουσιάζουμε το ”Dolgoff Plan”.

Ουσιαστικά, επινοήσεις σαν το Dolgoff Plan ήταν προϊόντα του αχαλίνωτου ανταγωνισμού μεταξύ ΑΒΑ και ΝΒΑ, ενός ανταγωνισμού που εξελισσόταν σε δύο επίπεδα: το πρώτο αφορούσε τους παίκτες που έρχονταν από τα λύκεια και κολέγια της χώρας, και το δεύτερο τους ήδη υπάρχοντες επαγγελματίες αστέρες. Προφανώς, κερδισμένοι αυτού του ανταγωνισμού ήταν οι παίκτες, που είδαν μέσα σε πολύ λίγα χρόνια να δίνονται ευκαιρίες για επαγγελματική καριέρα, να αυξάνονται οι μισθοί και να αμφισβητούνται οι παγιωμένες εργασιακές σχέσεις των προηγούμενων δεκαετιών.

Όταν το ΝΒΑ αποφάσισε να σηκώσει το γάντι, το σήκωσε, και μάλιστα ιδιαίτερα σκληρά και επιθετικά, όπως έχουμε δει, αντιθέτως το ΑΒΑ προσπαθούσε μάλλον περισσότερο ή να συγχωνευτεί με το ΝΒΑ, ή απλά να χωρέσει στον χάρτη των επαγγελματικών πρωταθλημάτων των ΗΠΑ, αφού, από την αρχή ως το τέλος του, λίγοι ήταν εκείνοι οι παράγοντες του ΑΒΑ που είχαν πραγματικό «πατριωτισμό» για το προϊόν που πουλούσαν.

Φυσικά, όπως έχουμε ήδη εξηγήσει, το ΑΒΑ δεν είχε κάποιο ιδιαίτερο business plan που ακολουθούσε, αλλά, αντίθετα, η λογική που ακολούθησε προσέγγιζε περισσότερο το ελληνικότερον «ό,τι φάμε, ό,τι πιούμε κι ό,τι αρπάξει ο κώλος μας». Έτσι οι ιδιοκτήτες συνήθως έκαναν αγώνα να πληρώσουν τις υποχρεώσεις τους, οι παίκτες έμεναν απλήρωτοι, και είτε για τον έναν, είτε για τον άλλον λόγο, ανταλλαγές και μετακινήσεις ήταν βασικές πρωτεΐνες για τον οργανισμό του ΑΒΑ. Κι όμως, μέσα σε αυτό το περιβάλλον οικονομικής αβεβαιότητας, οι ομάδες του ΑΒΑ κατάφερναν να νικούν συστηματικά τις ομάδες του ΝΒΑ στον πλειστηριασμό για τα καλύτερα ταλέντα. Όχι ακριβώς στα ίσια. Αλλά νόμιμα. Και κυρίως, έξυπνα.

Enter the ”Dolgoff Plan”

Ο εβραϊκής καταγωγής Αμερικάνος Ralph Dolgoff γεννήθηκε μια μέρα πριν την Οκτωβριανή Επανάσταση, δηλαδή στις 24 Οκτώβρη του 1917 -αν λαμβάνουμε υπόψιν το Ιουλιανό Ημερολόγιο-, αλλά ουδόλως αυτό επηρέασε τη ζωή του. Στα μέσα της δεκαετίας του ’30 ήταν ένας εξαιρετικός forward στην junior χρονιά του στο St. John’s. Αφού δοκίμασε λίγο το επαγγελματικό μπάσκετ, έγινε λογιστής και καταλυτικός στην οικοδόμηση του ΑΒΑ. Στην προσπάθεια του τελευταίου να ανταγωνιστεί το ΝΒΑ, ο Dolgoff σκέφτηκε έναν ευφυέστατο τρόπο για να το πετύχει.

Για να εξηγήσουμε τί είναι το Dolgoff Plan, βοηθητικό θα ήταν να λαμβανόταν ως case study ο Jim Ard, ο forward/center που το 1970 τελείωσε το Cincinatti και έγινε draft pick στο #6 από τους SuperSonics. Καθώς διαπραγματευόταν το συμβόλαιο του με το Seattle, τον πλησίασαν οι ατζέντηδες Marty Blackman και Steve Arnold, οι οποίοι αναλάμβαναν εκ μέρους του ΑΒΑ να μιλήσουν προσωπικά με παίκτες. Η πρόταση που του έκαναν ήταν αμίμητη από όλες τις απόψεις: τετραετές συμβόλαιο αξίας $ 1,4 εκατομμυρίων σε κάποια ομάδα του ΑΒΑ10)ερωτήσεις και απορίες στο τέλος του μαθήματος, παρακαλώ!. Το συμβόλαιο διαρθρωνόταν ως εξής:

1970-71: $ 45.000

1971-72: $ 50.000

1972-73: $ 60.000

1973-74: $ 70.000

Bonus: $ 25.000

Σύνολο $ 250.000 σε τέσσερα χρόνια, σωστά; Σε αυτά ας προσθέσουμε και συμβόλαιο παπουτσιών με την Nike αξίας $ 1.500 -και πάλι, που είναι τα υπόλοιπα;

Τα υπόλοιπα ουσιαστικά μετατρέπονταν σε ένα επίδομα, το οποίο θα χορηγούσε η ομάδα που θα κατέληγε ο Ard τμηματικά, σε ετήσιες δόσεις, από την στιγμή που θα γινόταν 41 μέχρι την στιγμή που θα γινόταν 65. Έτσι, το συμβόλαιο αξίας $ 1,4 εκατομμυρίων ήταν μεν πραγματικό, αλλά επί της ουσίας ήταν $ 250.000 και άλλα $ 1,15 εκατομμύρια, που θα αποπληρώνονταν σε 24 χρόνια, 15 χρόνια μετά τη λήξη του συμβολαίου! Καταπληκτικό;

Δεύτερη ερώτηση: που έβρισκαν τα λεφτά για την αποπληρωμή αυτών των μεγάλων ποσών, έστω και τμηματικά, έστω και μετά από τόσα χρόνια; Οι ομάδες τοποθετούσαν μικρά πόσα σε αμοιβαία κεφάλαια για πολλά χρόνια και καθώς αυτά τοκίζονταν, όταν ο παίκτης έφτανε μετά την απόσυρση στην οριζόμενη ηλικία, είχε συσσωρευτεί αρκετό ποσό. Στην περίπτωση του Ard, οι Nets τοποθετούσαν $ 8.000 ετησίως για 10 χρόνια σε ένα Dolgoff Plan και όταν ο Ard έφτανε τα 41, το αρχικό ποσό είχε ξεπεράσει το εκατομμύριο!

Όσο για το σε ποια ομάδα θα κατέληγε ένας παίκτης, το ΑΒΑ σε αυτό είχε κοινή γραμμή, όπως και στα περισσότερα ζητήματα: αφού η βιωσιμότητα της λίγκας βασιζόταν -εκτός των άλλων- και στο κύρος, ήταν συλλογική ευθύνη και υπόθεση όλων οι καλύτεροι παίκτες να παίξουν οπουδήποτε στο ΑΒΑ. Με αυτή τη λογική, το ΑΒΑ αναλάμβανε να προσελκύσει παίκτες και στη συνέχεια, οι ομάδες συνεννοούνταν/διαπραγματεύονταν μεταξύ τους ποια θα στρατολογήσει τον κάθε παίκτη, βάση διάφορων κριτηρίων, όπως εντοπιότητα, οικονομική ευρωστία, τοπική αγορά, ή και προσωπικές σχέσεις, πάντα όμως με γνώμονα να μην χαθεί ο παίκτης από τη λίγκα. Έτσι, ο Dan Issel θεωρήθηκε μείζονος σημασίας να μην φύγει από το ΑΒΑ και συνέχισε στο Kentucky11)από τους Wildcats του NCAA στους Colonels του ΑΒΑ, ο Rick Barry γινόταν ανταλλαγή πολύ εύκολα, και ο Jim Ard κατέληξε στους Nets, λόγω του appeal της μεγάλης αγοράς της Νέας Υόρκης. Με αυτόν τον τρόπο, όλοι σχεδόν οι μεγάλοι παίκτες του ΑΒΑ, όπως οι Rick Barry, Spencer Haywood, Dan Issel και Billy Cunningham, είχαν υπογράψει τέτοιου είδους συμβόλαια. Από την πλευρά του, το ΑΒΑ συχνά υπέγραφε ως λίγκα συμβόλαιο με τον παίκτη και τον «νοίκιαζε» στην ομάδα, η οποία πλήρωνε τον παίκτη -έτσι, αν το franchise έκλεινε, πράγμα καθόλου απίθανο, όπως έχουμε ήδη δει, το ΑΒΑ αναλάμβανε την αποπληρωμή του συμβολαίου.

Το ΝΒΑ αντιμετώπισε αυτή την ιστορία αρχικά με αμηχανία, αφού θεωρούσαν – και όχι άδικα- εξωφρενικό να συνάπτονται τέτοια συμβόλαια, ειδικά σε μια μονίμως ακροβατούσα λίγκα. Το επιχείρημα των παραγόντων του ΑΒΑ ήταν αποστομωτικό: «εμείς μπορεί να μην είμαστε εδώ σε δέκα χρόνια. Αλλά οι ασφαλιστικές εταιρείες που έχουμε βάλει τα λεφτά μας, θα είναι».

Στη συνέχεια, όμως, ήρθε ο πανικός. Αφού η πραγματικότητα ήταν αυτή, τότε δυνητικά το ΝΒΑ μπορούσε να χάσει τους παίκτες που είχε, αφού τα νούμερα των συμβολαίων του ΑΒΑ άρχιζαν να φτάνουν σε δυσθεώρητα ύψη, έστω και μέσω αυτού του κόλπου. Οι παράγοντες του ΝΒΑ άρχισαν να γίνονται παρανοϊκοί, αφού υποπτεύονταν πως έπεφταν θύματα βιομηχανικής κατασκοπείας. Τελικά αποφάσισαν να πυροβολήσουν τα πόδια τους, αφού άρχισαν να ισοφαρίζουν τις προτάσεις του ΑΒΑ, μόνο που, επειδή διαφωνούσαν με το ”Dolgoff Plan”, υπέγραφαν πραγματικά τετραετή και πενταετή συμβόλαια εκατομμυρίων. Μ’ αυτά και με τ’ άλλα, δεν είναι να απορεί κάποιος που οι δύο λίγκες στα μέσα της δεκαετίας του ’70 είχαν σχεδόν χρεοκοπήσει. Και ναι, για να σας λυθεί η απορία, εννοείται πως κάποια ‘Dolgoff Plans’ από εκείνα τα συμβόλαια πληρώνονταν μέχρι πολύ πρόσφατα.

Από την άλλη, το ΑΒΑ είχε κατηγορηθεί επανειλημμένα πως λάδωνε ατζέντηδες για να πείσουν τους νεαρούς πελάτες τους να παίξουν στο ΑΒΑ και να υπογράψουν τέτοιου είδους συμβόλαια. Μερικά από αυτά τα μνημειώδη συμβόλαια είχαν ως εξής:

George McGinnis: Στα 19 χρόνια του υπέγραψε συμβόλαιο με την Indiana το 1971, αμέσως μετά τη sophomore χρονιά του. Ο McGinnis στο πρώτο του συμβόλαιο θα έπαιρνε $ 45.000 δολάρια bonus, $ 10.000 υποτροφία για να τελειώσει το κολέγιο, $ 20.000 επιδότηση για την αγορά τριών αυτοκινήτων, $ 250 το μήνα για την κάλυψη ενοικίου, $ 50.000 ετησίως για τρία χρόνια και ένα Dolgoff Plan που θα του απέδιδε $ 40.000 ετησίως για 20 χρόνια, ξεκινώντας από τα 41α γενέθλιά του.

Artis Gilmore: Συμβόλαιο με το Kentucky το 1971, αμέσως μετά το Jacksonville, με απολαβές $ 150.000 ετησίως για 10 χρόνια, $ 50.000 bonus και ένα Dolgoff Plan που θα του απέδιδε $ 40.000 ετησίως για 20 χρόνια, ξεκινώντας από το 1981.

Dan Issel: Πρωτάθλημα λογιστικής το συμβόλαιο του. Έχουμε και λέμε: bonus υπογραφής ύψους $ 72.000, κατανεμημένο σε δέκα ισόποσες ετήσιες δόσεις, παροχή αυτοκινήτου, κάλυψη των εξόδων για το κολέγιο των παιδιών του, ένα Dolgoff Plan ύψους $ 12.000 ετησίως για 10 χρόνια, ξεκινώντας από το 1989 και δεκαετές συμβόλαιο με το Kentucky το 1970, με κλιμακωτές απολαβές, που ξεκινούσαν από $ 52.000 τη rookie σεζόν και στον δέκατο χρόνο συμβολαίου έφταναν τις $ 237.000, και, το κυριότερο, με επιπλέον κλιμακωτά bonus, που εντάσσονταν σε επιπλέον Dolgoff Plan, ξεκινώντας από $ 40.000 τον πρώτο χρόνο και φτάνοντας τις $ 100.000 τα πέντε τελευταία χρόνια12)γρήγορα, μια δραμαμίνη!.

All in

Προφανώς, η έτερη κίνηση ματ από την πλευρά του ΑΒΑ ήταν να υπογράψει underclassmen, όπως είδαμε και στο τέταρτο μέρος του αφιερώματος μας, με χαρακτηριστικό παράδειγμα τον Spencer Haywood.

Επομένως ο συνδυασμός ”underclassmen recruiting”/λάδωμα ατζέντηδων/Dolgoff Plan/συμβόλαια λίγκας/μυστικά drafts, έγινε το modus operandi του ΑΒΑ -όχι ότι το ΝΒΑ ήταν αθώο, αφού τα περισσότερα εκ των προαναφερθέντων λάμβαναν χώρα και εκεί. Έτσι, όταν το ΑΒΑ απέκτησε αρκετή αυτοπεποίθηση, χτυπούσε κυριολεκτικά οποιονδήποτε παίκτη έβγαινε από το κολέγιο, ακόμα και πριν βγει. Ας δούμε δύο πολύ χαρακτηριστικά παραδείγματα:

Lew Alcindor: Ο ομόσταβλος Κοσμάς Καψάλης αναφέρθηκε σε αυτή την περίπτωση συνοπτικά στο δεύτερο μέρος του στυγερού του έπους. Εδώ θα αναφερθούμε κάπως πιο διεξοδικά. Το καλοκαίρι του ’69, όλα τα μάτια ήταν στραμμένα στον Lew Alcindor, ο οποίος, αφού είχε κατατρομοκρατήσει το NCAA, αποτελούσε, όχι απλώς franchise player, αλλά league player. Η επιχείρηση της στρατολόγησης του Alcindor ονομάστηκε ”Operation Kingfish”. Το αρχικό σχέδιο περιλάμβανε τη μεταφορά ενός franchise στο Los Angeles, την αγορά του Alcindor από τον μεγιστάνα των ΜΜΕ, Howard Hughes, με συμβόλαιο του εκατομμυρίου, και την παραχώρηση των τηλεοπτικών δικαιωμάτων της ομάδας στον Hughes. Αυτό το σχέδιο ναυάγησε, οπότε οι γνωστοί Mike Storen & Dick Tinkham προχώρησαν σε νέο πλάνο.

Συγκρότησαν μια ομάδα αναλυτών, ερευνητών, ψυχολόγων, οι οποίοι ανέλαβαν να φτιάξουν το ακαδημαϊκό, κοινωνικό, ψυχολογικό προφίλ του Alcindor. Ήξεραν ότι ο Alcindor θα εξέταζε μόνος του τις προτάσεις, θα αποφάσιζε μόνος του και δεν θα άλλαζε τη γνώμη του με τίποτα. Ως κύριο αβαντάζ δε, η ομάδα του ΑΒΑ θα χρησιμοποιούσε τους New York Nets, οι οποίοι είχαν την πρώτη επιλογή στο draft του ’69 και έδιναν την ευκαιρία στον Alcindor να επιστρέψει στη γενέτειρα του, στη Νέα Υόρκη. Το κλου της υπόθεσης ήταν να αιφνιδιάσουν τον Alcindor με μια επιταγή του ενός εκατομμυρίου, ώστε να τραβήξουν την προσοχή του και να χτίσουν την διαπραγμάτευση από εκεί και πάνω, αλλά στέρεα.

Όμως, όπως όλα τα καλά σχέδια, αυτό ναυάγησε όταν ζήτησαν να εμπλακούν στις διαπραγματεύσεις ο τότε κομισάριος George Mikan και ο τότε ιδιοκτήτης των Nets Arthur Brown13)ο οποίος, σημειωτέον είχε κάνει την περιουσία του στα φορτηγά και εν τέλει, όχι μόνο ενεπλάκησαν, αλλά ανέλαβαν μόνοι τους τη διαπραγμάτευση. Το δε σχέδιο με την επιταγή, έγινε πρόταση από τα χείλη των Mikan και Brown για τετραετές συμβόλαιο με αποδοχές του ενός εκατομμυρίου δολαρίων!

Παρότι ο Alcindor είχε δηλώσει ρητά πως θα συναντηθεί και με τις δύο διαπραγματευτικές ομάδες, των Nets από το ΑΒΑ και των Bucks από το ΝΒΑ, την ίδια μέρα σε ξενοδοχείο της Νέας Υόρκης ,για να ακούσει μόνο μια προσφορά από την κάθε πλευρά, με περισσή και ζηλευτή ανικανότητα, ο Mikan έπαιξε τον δύσκολο, θεωρώντας πως θα τον ψήσει να ξανάρθει μετά την πρώτη κουβέντα. Φυσικά δεύτερη κουβέντα δεν υπήρξε ποτέ, αποδεικνύοντας πως όσο χαρισματικός center και spokesman ήταν ο Mikan, τόσο λίγος ήταν στην πραγματική επιχειρηματικότητα. Αυτό το φιάσκο ήταν και η χαριστική βολή για τη θητεία του ως κομισάριος.

Bob McAdoo: Kαι για την καριέρα του McAdoo έχει γίνει αναλυτικό αφιέρωμα στο Ball Hog, από τον Λουκά Μοσχούλα αυτή τη φορά, αλλά ας δούμε και αυτή την περίπτωση λίγο πιο αναλυτικά στο κομμάτι της επιλογής λίγκας. Το καλοκαίρι πριν τη σεζόν αυτού του μέρους του αφιερώματος, ο Bob McAdoo είχε μόλις τελειώσει την senior χρονιά του με τους Tar Heels. Ωστόσο, προτού το ΝΒΑ προλάβει να τον πιάσει στα χέρια του, ο Earl Foreman και ο Al Bianchi, ιδιοκτήτης και προπονητής των Virginia Squires αντίστοιχα, είχαν ήδη προσεγγίσει τον McAdoo και είχαν αποσπάσει την υπογραφή του. Επειδή, όμως, ήταν ακόμα στο κολέγιο και κάτι τέτοιο συνιστούσε παρανομία, ο Foreman πήρε το συμβόλαιο και το ασφάλισε σε τραπεζική θυρίδα, κρατώντας το ένα κλειδί για τον εαυτό του και δίνοντας το άλλο στον Charlie Scott, ο οποίος ήταν συμπαίκτης του McAdoo στο κολέγιο και είχε συμβάλλει στην συμφωνία.

Όμως, τα πράγματα περιπλέχτηκαν όταν ο Scott άφησε την Virginia για τους Phoenix Suns και ο McAdoo αποφάσισε πως θέλει να παίξει στους Buffalo Braves που τον επέλεξαν στο #2 του draft του 1972. Τον Foreman άρχισε να τον λούζει κρύος ιδρώτας, αφού ούτε τον παίκτη είχε, ούτε συμβόλαιο μπορούσε να επικαλεστεί, χωρίς να έχει κάποιου είδους νομικές επιπτώσεις, ούτε σε συνεννόηση με το υπόλοιπο ΑΒΑ είχε έρθει. Ευτυχώς για τον Foreman, ο ιδιοκτήτης των Braves, Paul Snyder, έμαθε για το συμβόλαιο και αποφάσισε να χειριστεί την υπόθεση προσωπικά: έδωσε $ 200.000 στον Foreman για την σιωπή του, πήρε και τα δύο κλειδιά για τη θυρίδα στα χέρια του και έκαψε μαζί με τον Foreman το συμβόλαιο.

Yearly Notables
  • Όπως προείπαμε, δύο αγαπημένα στους οπαδούς, οποιωνδήποτε άλλων ομάδων, franchises έκλεισαν πριν τη σεζόν 1972-73: οι Pittsburgh Condors και οι Froridians. Από την άλλη, στη λίγκα μπήκαν οι San Diego Conquistadors, που συμπλήρωσαν την δεκάδα ομάδων του ΑΒΑ. Ανάμεσα στους παίκτες που στρατολόγησαν μέσω του expansion draft, οι ”Q’s” πήραν τους Larry Miller και Stew Johnson. Τί το ιδιαίτερα είχαν; Ο μεν πρώην guard των Cougars είχε σκοράρει 67 πόντους απέναντι στους Memphis Pros στις 18 Μαρτίου 1972 και ο δε πρώην forward/center των Condors 62 πόντους απέναντι στους Floridians στις 6 Μαρτίου του ‘71. Και τα δύο αποτέλεσαν single game all-time ρεκόρ όταν σημειώθηκαν, με τη διαφορά πως αυτό του Miller παρέμεινε και δεν θα σπάσει ποτέ14)Chamberlain και βλακείες… Αυτά είναι ρεκόρ που βαστάνε!.
  • Την ίδια χρονιά που τα δικαστήρια αποφάσιζαν ότι ο Rick Barry έπρεπε να γυρίσει στους Warriors του NBA, έστελναν τον Billy Cunningham στους Cougars του ABA. Εννοείται πως η ανταλλαγή του ”Miami Greyhound” με τον ”Kangaroo Kid” είχε τις ευλογίες της ανθρωπότητας.
  • Ο Larry Brown έγινε ο πρώτος «γέννημα – θρέμμα» παίκτης του ΑΒΑ που έγινε και προπονητής.
  • Αντιλαμβάνεσαι ότι ως λίγκα είσαι «λούζερ» όταν η διοίκηση της San Diego Sports Arena δέχεται να την παραχωρήσει στο San Diego State και όχι στους San Diego ”Q’s”. Τελικά, οι Conquistadors έπαιξαν στην έδρα του San Diego State, χωρητικότητας 3.200 θέσεων!
  • Ο rookie Dennis Wuycik κατάφερε να αποβληθεί με φάουλ στο πρώτο του παιχνίδι μόλις μετά από οκτώ λεπτά συμμετοχής!
  • Ο Julius Keye του Denver έκανε νέο ρεκόρ με 12 κοψίματα, σπάζοντας αυτό των Artis Gilmore και Darnell Hillman με 10. Αντίστοιχο ρεκόρ στα κλεψίματα έκανε ο Joe Caldwell των Cougars με 10.
  • Στο All-Star Game η Δύση νίκησε την Ανατολή με 123-111 στο Salt Lake City ενώπιον 12.556 θεατών. Οι νικητές πήραν bonus $ 500, ενώ οι ηττημένοι $ 300. Ο MVP θα κέρδιζε ένα ταξίδι στην Ευρώπη, όμως ο Warren Jabali που πέτυχε 16 πόντους, όλους στο δεύτερο ημίχρονο και κέρδισε το βραβείο, αρνήθηκε, λέγοντας ότι ως Μουσουλμάνος μόνο στην Αφρική θα πήγαινε.
  • Για να δώσει έξτρα κίνητρο στους παίκτες του για την -έτσι κι αλλιώς παραδοσιακή- κόντρα με τους Stars, o Slick Leonard των Pacers δήλωσε πως για κάθε πόντο διαφοράς στον αγώνα με τη Utah, η Indiana θα δωρίσει $ 100 στην American Cancer Society. Οι Pacers διέλυσαν τους Stars με 113-86.
  • Μεσούσης της σεζόν 1972-73, ο Babe McCarthy άφησε το Dallas για να προπονήσει το University of Georgia. Μαζί του, έκλεισε ο κύκλος των αρχικών ABA coaches.
  • Σε μια συγκλονιστική μάχη που κρίθηκε στο έβδομο παιχνίδι15)ένας βασικός λόγος που το ΑΒΑ ήταν εξαιρετική λίγκα: πολλοί έβδομοι τελικοί, η Indiana κέρδισε το τρίτο της πρωτάθλημα, νικώντας το Kentucky με 88-81. O George McGinnis σάρωσε στους τελικούς, με 25 ppg, ενώ στον τελευταίο αγώνα σημείωσε τους 27 από τους 88 πόντους της ομάδας του. Το Kentucky επιβεβαίωσε τον τίτλο του «λούζερ» που κουβαλούσε άμα τη αφίξει του Artis Gilmore.
The best of the best
  • Πρωταθλητές: Indiana Pacers
  • MVP: Billy Cunningham (Carolina) – 24,1 ppg/12 rpg/6,3 apg
  • Rookie της χρονιάς: Brian Taylor (New York)
  • Coach της χρονιάς: Larry Brown (Carolina)
  • Executive της χρονιάς: Carl Sheer (Carolina)
  • All-ABA Team: Billy Cunningham (Carolina), Julius Erving (Virginia), Artis Gilmore (Kentucky), Jimmy Jones (Utah), Warren Jabali (Denver)
  • All-ABA Rookie Team: Dennis Wuycik (Carolina), Brian Taylor (New York), James Silas (Dallas), George Gervin (Virginia), Jim Chones (New York)
  • Playoff MVP: George McGinnis (Indiana) – 23,9 ppg/12,3 rpg/2,2 apg
  • All-Star MVP: Warren Jabali (Denver)
  • Πρώτος σκόρερ: Julius Erving (Virginia) – 31,9 ppg
  • Πρώτος ριμπάουντερ: Artis Gilmore (Kentucky) – 17,6 rpg
  • Πρώτος σε ασίστ: Chuck Williams (San Diego) – 7 apg
  • Πρώτος σε winning-share: Artis Gilmore (Kentucky) – 18,5

Υ.Γ.: Τα αναλυτικά στατιστικά της σεζόν 1972 – 73 μπορείτε να τα βρείτε εδώ.

ΑΒΑ Standings 72-73

ΑΒΑ Playoffs 72-73

The following two tabs change content below.

Aris Tolios

Όταν το 2011 οι Ραδικόπουλος και Μαυράκης του είπαν έλα να παίξουμε NBA fantasy στις λίγκες του Μαρίνου εκείνος αποκρίθηκε “τί fantasy ρε γατάκια, εγώ είμαι κοινωνιολόγος, σπουδασμένος στο Πάντειο με διαρκείας στο μεταπτυχιακό στη μεγάλη Siena του Pianigiani. Σιγά μην ασχοληθώ με σας και με το μπάσκετ. Θα ασχοληθώ με την πολιτική”. Όταν το καλοκαίρι του 2015 τον έπιασε η ΚΥΠ στο ντου στο νομισματοκοπείο θυμήθηκε εκείνη την μακρινή πρόσκληση και, αφού πέρασε τα απαραίτητα tests ως guest αρθρογράφος του site, εντάχθηκε μόνιμα στο team του Ball Hog, περιμένοντας τη νέα έφοδο στα χειμερινά ανάκτορα. Τα καντάρια μπάσκετ που ξέρει είναι ευτυχώς πολύ περισσότερα από τις τρίχες στο κεφάλι του, αν και στο fantasy έχει πολύ δρόμο ακόμα μέχρι να σκαμπάσει.

   [ + ]

1. την πρώτη σεζόν στο δεύτερο, την δεύτερη στο τρίτο, την τρίτη στο τέταρτο , την τέταρτη στο πέμπτο και την πέμπτη στο έκτο (σοβαρά τώρα, έτσι θα πάει μέχρι το τέλος;)
2. προτού συνεχίσω, θα σας βάλω στοίχημα ποιοι μπορούν να τον θυμηθούν και θα αποκαλύψω στη συνέχεια πως τον έχουμε γνωρίσει στην Ελλάδα
3. “Ole Miss” ονομάζεται το University of Mississippi
4. τρεις παίκτες έχουν πετύχει 40+ ppg σε μια σεζόν του NCAA: ο Frank Selvy με 41,7 ppg τη σεζόν 1953-54, ο Neumann τη σεζόν 1970-71 και τρεις φορές ο Pete Maravich με 43,8/44,2/44,5 ppg την τριετία 1967-70
5. κάτι που δεν είναι ποτέ καλό νέο, όταν είσαι δίμετρος λευκός swingman
6. σαν να λέμε ”Chicago Basketball Players”
7. δεν άντεξα
8. του οποίου την συγκλονιστική ιστορία του Joe Caldwell αξίζει να την δείτε στο ντοκιμαντέρ “Pogo Joe: Fighting the Game
9. μπράβο μας που καταφέραμε και χωρέσαμε σε κείμενο για το ΑΒΑ την υπουργό Θεανώ Φωτίου!
10. ερωτήσεις και απορίες στο τέλος του μαθήματος, παρακαλώ!
11. από τους Wildcats του NCAA στους Colonels του ΑΒΑ
12. γρήγορα, μια δραμαμίνη!
13. ο οποίος, σημειωτέον είχε κάνει την περιουσία του στα φορτηγά
14. Chamberlain και βλακείες… Αυτά είναι ρεκόρ που βαστάνε!
15. ένας βασικός λόγος που το ΑΒΑ ήταν εξαιρετική λίγκα: πολλοί έβδομοι τελικοί